Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Σαν κάστρα που ρημάξανε τα βράχια στο Λιμάνι μόνο, της μπόρας έμειναν οι γλάροι καπετάνιοι...


Θαλασσινό φθινόπωρο

Θαλασσινό φθινόπωρο
στον πάτο έχει σκεπάσει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών τα δάση

Και μια θολούρα αδιάκοπη
ποιος ξέρει που 'χει πάρει
τις αστραπές των κοχυλιών
και των φυκιών το σμάρι

Σαν κάστρα που ρημάξανε
τα βράχια στο Λιμάνι
μόνο, της μπόρας έμειναν
οι γλάροι καπετάνιοι

Κι' η χειμωνιάτικη νυχτιά
μονάχα αυτή το ρίχτει
στην κυματούσα θάλασσα
το σκοτεινό της δίχτυ.

Πορφύρας Λάμπρος

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

Το φθινόπωρο είναι λιγάκι ύπουλο. Προσποιείται το καλοκαίρι, αλλά στο βάθος είναι πάντα χειμώνας. Ιδιοτροπίες σαν τις σημερινές τ' ουρανού...


Φθινόπωρο

Ο ουρανός σήμερα είναι ασυννέφιαστος, ολογάλανος και ο ήλιος λάμπει και θερμαίνει σαν καλοκαιριάτικος. Κοιτάζοντας έξω από το ανοιχτό παράθυρο, θα μπορούσα να γελαστώ και να νομίσω, πως ο ημεροδείκτης τρελάθηκε. Μα οι φωνές, που ακούω από το δρόμο, με πείθουν πάλι, πως είναι Οκτώβρης.

Ένας από δω φωνάζει:

-Κάστανα! Κάστανα ζεστά!

Κι άλλος από εκεί:

-Κούμαρα! Κούμαρα!

Έπειτα είναι η μυρωδιά του σπιτιού. Σήμερα μυρίζει ναφθαλίνη. Καταλαβαίνετε γιατί: έχουν βγη από τα μπαούλα τα χειμωνιάτικα ρούχα κι είναι απλωμένα εδώ κι εκεί να ξεζαρώσουν και να ξεμυρίσουν: Χοντρά κοστούμια, βαριά επανωφόρια, φανέλλες, χαλιά, μπερντέδες - η πανοπλία, που θα φορέσουν οι άνθρωποι στο σπίτι, για να πολεμήσουν με τον άγριο χειμώνα που έφτασε.

Όχι ο ημεροδείκτης μου ο καημένος δεν τρελάθηκε. Μόνο ο ουρανός σήμερα έχει τις ιδιοτροπίες του. Και αντί να φορή κι αυτός ή να ετοιμάζη τα χειμωνιάτικά του, τα φθινοπωρινά του τουλάχιστο, παρουσιάζεται ψιλοντυμένος με τα γαλάζια του.

Μα αλήθεια τόση τρέλα έχει σήμερα ο ουρανός; Πώς τον αφήνει ο γεροχειμώνας, πώς δεν του θυμίζει, πως θα κρυώσει με τα λινά;

Βγαίνω στο παράθυρο, για να ιδώ καλύτερα. Α. όχι! Ό,τι γίνεται στο σπίτι, γίνεται και στον ουρανό; Σύννεφα ατμοί, ομίχλες, να τα απλωμένα εκεί κάτω στους μακρινούς ορίζοντες. Λες πως ότι βγήκαν κι αυτά από τα ουράνια μπαούλα και κρεμάστηκαν στις άκρες, για να ξεζαρώσουν και να ξεμυρίσουν από τη ναφθαλίνη. Κι αύριο μεθαύριο ο ουρανός, θέλοντας και μη, θα τα φορέση και το γαλάζιο του φόρεμα θα σκεπαστή κι ο λαμπρός ήλιος θα κρυφτή.

Ωστόσο το θέαμα είναι ωραίο. Κανείς δεν μπορεί ν' αρνηθή, πως η φθινοπωριάτικη φύση παρουσιάζει ένα σωρό ομορφιές. Το φως κάνει χίλια τρελοπαίχνιδα μ' εκείνα τα μακρινά σύννεφα, τους ατμούς, τις ομίχλες. Τα χρωματίζει με τρόπο, που θα 'φερνε σ' απελπισία οιοδήποτε ζωγράφο.

Και τα βουνά ολόγυρα, τι ζωηρά χρώματα που παίρνουν; Και τα δέντρα με τα κίτρινα ή κοκκινωπά φύλλα πόσο αλλιώτικα φαίνονται! Και η χλόη ακόμη η πράσινη, με πόσα χρυσάφια έχει στολιστή! Και το χώμα, το σχεδόν άσπρο χώμα του καλοκαιριού, πως έγινε βαθύτερο, ζωηρότερο! Κι όλο το τοπίο, πόλη μαζί και εξοχή, πώς φαίνεται σαν καθαρισμένο, σαν ξανανιωμένο! Γιατί και το φθινόπωρο για μια στιγμή παρουσιάζει το ξανάνιωμα της ανοίξεως. Με τη διαφορά, πως αυτό είναι σταθερό, ενώ εκείνο, το φθινοπώρου, είναι απατηλό, ψεύτικο.

Το φθινόπωρο είναι λιγάκι ύπουλο. Προσποιείται το καλοκαίρι, αλλά στο βάθος είναι πάντα χειμώνας. Ιδιοτροπίες σαν τις σημερινές τ' ουρανού, που βγήκε με τα λινά του, είναι πολύ επικίνδυνες.

Γρηγόρης Ξενόπουλος: Φθινόπωρο.
Διάπλασις των παίδων, 1920

Φεύγουν πια τα χελιδόνια...


Φθινόπωρο

Φεύγουν πια τα χελιδόνια.
Κρύωσε ο καιρός.
Πέφτουν φύλλα από τα κλώνια.
Στο χαντάκι μαζευτήκαν
κίτρινος σωρός.
Τέλειωσε τον τρύγο τώρα
πια κι ο αμπελουργός.
Κι ήρθε ευλογημένη η ώρα,
που θα σπείρει στο χωράφι
στάρι ο γεωργός.
Ο καλός Θεός, που βλέπει
την καλή σπορά
και βροχούλες όσες πρέπει
θα του στείλει, να 'βγουν τόσα
στάχυα καρπερά.
Το φθινόπωρο θα πάψει,
θα 'ρθει η χειμωνιά.
Θά 'ρθουν κρύα, θά 'ρθουν πάγοι
κι όλοι μας θα μαζευτούμε
στη ζεστή γωνιά.


Στέλιος Σπεράντζας

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

Τα βήματα του φθινοπώρου αντήχησαν νωρίς, κι είπε με πίκρα η αδελφή μου: «Η νυχτερινή βροχή τα ρόδα μας τα μάδησε, αδελφούλη μου, και τώρα;»




Δειλινά

Τα βήματα του φθινοπώρου αντήχησαν
νωρίς, κι είπε με πίκρα η αδελφή μου:
«Η νυχτερινή βροχή τα ρόδα μας
τα μάδησε, αδελφούλη μου, και τώρα;»
Ένα βιβλίο ρομαντικό θα συλλογίστηκε...
Μα εγώ αναμέτρησα στο νου μου τις ιστορίες
γύρω απ' αυτά τα ρόδα που πεθάνανε
στη φύση ανάμεσα και στην καρδιά μου


Νικηφόρος Βρεττάκος

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

Y el otoño piensa que eres hoja...

EL OTOÑO PIENSA QUE ERES HOJA

I

Tu silueta descalza
en la orilla más diáfana
del río de la vida,
transluce por las calles
una eterna ternura
y una inmanente dulzura,
ilimitada, infinita.

Amor y tiempo se unen
cuando vas sonriendo.

Y la trascendencia
de mi alma asoleada
se queda enredada
en la paz de tu luz.

Y me voy por tu cuerpo
sin saber los caminos.

Sin saber mi destino.

Y las nieves del tiempo
suavemente caen
sobre tu desnudes.

Y pienso en ti
bajo el sol de la tarde,
y mis ojos se saturan
de una felicidad
ardiente y seca
y un caluroso deseo
se apodera de mí.

Y eres meramente ausencia:
eres un salar
reseco y llameante.

Y el frío de marzo
me hace preguntar:

¿Por qué vives?
¿Por qué no eres nada?
¿Por qué no te extingues?
¿Por qué no oscureces?
¿Por qué no te apagas?
¿Por qué no eres niebla?
¿Por qué no te acabas?
¿Por qué no eres bruma?

¿Por qué apareciste
un día frente a mí?

¿Por qué no eres fuego
que se consume al existir?


II

Como es bella la vida,
cuando caen las hojas.

Como es grato
pensar que eres hoja,
cuando caen las hojas.

Como es apacible
ir haciéndote
una cama en mi alma,
y acogerte
igual como el suelo
alberga las hojas.


III


Es otoño,
lo sé.

Se deshoja tu vida
en mi vida...

Y te vuelves hoja
y te caes toda,
amarilla y marchita,
sin ninguna belleza.

Solamente te mueres
y sólo porque es otoño.

El otoño te mata.
El otoño te borra.

El inexorable otoño.

Y no quiero que te mueras
como mueren las hojas.

Pero te vas muriendo,
y no puedo hacer nada.

Y mi amor se deshoja.

Y te vas quedando
igual que el follaje.

Y eres una estatua
desnuda y helada
en medio del otoño.

Y el otoño piensa
que eres hoja.

Jorge Luis Gutiérrez (Chile)

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Tο πρώτο του φθινόπωρου που φαίνεται λουλούδι είν’ η ξανθή μου κυκλαμιά. Eγώ με το τραγούδι την ανακράζω από ψηλά, κ’ εκείνη στη φωνή μου...




O Kαλογιάννος

Iωάννη Bαλαωρίτη
τω γλυκυτάτω μου υιώ

Mη με ρωτάς πούθ’ έρχομαι, μη με ρωτάς πού τρέχω·
πατρίδα εγώ δεν έχω
παρά του βάτου τ’ άγριο, τ’ αγκαθερό κλαρί·
με δέρνει τ’ ανεμόβροχο, είμαι φτωχό πουλί.
O λόγκος το παλάτι μου, και βιο μου είν’ η χαρά·
πετώ, κορνιάζω ξέγνοιαστος όσο ’χω τα φτερά.

Λίγη δροσούλα τ’ ουρανού τ’ ακούραστο λαρύγγι
μου το ξεφρύγει, όταν διψώ, και ζω μ’ ένα μυρμήγκι.
Ξυπνώ το γλυκοχάραμα· του ήλιου την αχτίδα
φορώ μαλαμοκέντητη βασιλική χλαμύδα
κι αρχίζω το τραγούδι μου. Στα σύγνεφ’ ανεμίζει
περήφανος σταυραϊτός, τον κόσμο φοβερίζει,
κ’ εγώ τον βλέπω και γελώ... Δεν του φθονώ την τύχη,
ούτε με σκιάζει τ’ άσπλαχνο, το φοβερό του νύχι,
γιατί δεν καταδέχεται μ’ εμένα να χορτάσει
θεριό που προς τη δόξα του βρίσκει στενή την πλάση.
Tο κράζουν αυτοκράτορα... του φόρεσαν κορόνα,
μας τό ’πλασαν δικέφαλο... του γράφουν την εικόνα...
Στη μια τη φούχτα να κρατεί χρυσή τού δίνουν σφαίρα,
στην άλλη του γυμνό σπαθί... κ’ επήρε ο νους του αγέρα!

Tο πρώτο του φθινόπωρου που φαίνεται λουλούδι
είν’ η ξανθή μου κυκλαμιά. Eγώ με το τραγούδι
την ανακράζω από ψηλά, κ’ εκείνη στη φωνή μου
γοργά προβαίνει ολόχαρη. Πιστόν προξενητή μου
το πρωτοβρόχι δέχεται στο φτωχικό κρεβάτι
και δείχνεται στο φίλο της εντροπαλή, δροσάτη...
Δεν σε ζηλεύω σταυραϊτέ! Tου πριναριού μου η μάζα
αξίζει την κορόνα σου και τα χρυσά τσαπράζα.
Δεν ανεβαίνω σαν εσέ και σαν εσέ δεν πέφτω
στην αρπαγή, στο σκοτωμό, κι άλλο ποτέ δεν κλέφτω
παρά με το τραγούδι μου καμιά καρδιά καμένη.
Eσέ σε βάφουν αίματα, εμέ η δροσιά με πλένει.
Zω με τα φύλλα τα χλωρά, με τ’ άνθη θα πεθάνω,
κι αφήνω χωρίς κλάματα τον κόσμο αυτόν τον πλάνο.

Mια μόνη αγιάτρευτη πληγή έχω βαθιά κρυμμένη
στην άκακή μου την καρδιά, και κάποτε πικραίνει,
διαβάτη, αυτή μου τη χαρά...
Eίχ’ αγαπήσει μια φορά
στο πρώτο το ταξίδι μου μια καλογιαννοπούλα,
γκόλφι του λόγκου ατίμητο, και σαν εμέ φτωχούλα.
Σ’ ένα κλαρί παράμερο, μακρά από κάθε μάτι,
εγώ κ’ εκείνη εστήσαμε το νυφικό κρεβάτι,
και με τραγούδια αδιάκοπα και με τον έρωτά μας
κρυφά κρυφά αναθρέφαμε, διαβάτη, τα παιδιά μας.
Mια νύχτα που την έσφιγγα γλυκά με τα φτερά μου
κ’ ένιωθα μου λαχτάριζε στη φλογερή αγκαλιά μου,
ακούω που τρέμει το κλαρί και βλέπω έναν αστρίτη
που κοίταζε να καταπιεί το φτωχικό μας σπίτι.
Tα μάτια που μου κάρφωσε στην όψη το θερίο,
η γλώσσα του η διχαλωτή, το χνότο του το κρύο,
διαβάτη, μ’ εμαρμάρωσαν... εσβήστηκα... δεν είδα
τη φοβερή μας τη σφαγή... Στην πρώτην την αχτίδα
του ήλιου, που μ’ επύρωσε, ξυπνώ στη γη ριμμένο...
Mου λείπαν όλα τα παιδιά... βαρύ, κουλουριασμένο
το σερπετό εκοιμότουνε μες στη φωλιά χορτάτο
κ’ η μάνα ετοιμοθάνατη, που σπάραζε στο βάτο,
είχε τη σάρκα ολάνοιχτη... Oρμώ, την αγκαλιάζω·
του κάκου σκούζω, δέρνομαι· του κάκου τηνε κράζω...
K’ εκεί που της εμάλαζα τα ξεσχισμένα στήθη,
διαβάτη μου, το αίμα της στην τραχηλιά μου εχύθη.
Kι από τα τότε μόμεινε μες στην καρδιά η πικράδα
και στο λαιμό παντοτινά γραμμένη η κοκκινάδα...

Aλλά... δε θέλω κλάματα· μακρά από μένα ο πόνος.
Bασιλικό παλάτι μου είναι τ’ αράμνου ο κλώνος
και βιο μου είν’ η χαρά.
Θέλω να ζήσω ξέγνοιαστος όσο ’χω τα φτερά.


Aριστοτέλης Βαλαωρίτης
(από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος 1981)

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού - Βαλαωρίτης Aριστοτέλης - Valaoritis



Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει. Μιλώντας παντού...



ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Μιλώντας παντού,
πως χτες ήταν που κράτησες στα χέρια σου
το χτυποκάρδι ενός φθινοπώρου,
κ' είδες το λιποψύχισμα μιας πολιτείας στη βροχή.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Σφυρίζοντας παντού,
τι δρόμους μέσα στη νύχτα περπατήσαμε,
σε ποια παράθυρα μας έφεγγαν τα όνειρα των ανθρώπων,
ποιοι κήποι άνθισαν απ' την ανάσα μας.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Ολομόναχος ακολουθούσε,
συναθροίζοντας από κάθε βήμα μας τον έρωτα,
την κάθε στιγμή,
που γίνεται κύμα γαλάζιο και μας χτυπά με πάθος.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Το ρίγος πήρε απ' το κορμί μας,
κι όλο το σθένος, που κλείνει μέσα μας η επιθυμία,
το ύψος απ' τ' άστρο, το λυγμό της θάλασσας, την αλλόκοτη πικρία,
που φέρνει το δάκρυ μιας βροχής, όταν κυλά στο πρόσωπο.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Δεν υπάρχει άλλη ώρα να μας καλύψει,
τώρα είναι που ζει μέσα μας ολοζώντανο το γεγονός,
η αίστηση του νέου χυμού στο αίμα, η χαρά της συγκατάθεσης,
το ταξίδι στη σιωπή του χρέους και το τέλος.

Χρήστος Κουλούρης

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Las Hojas Muertas


Los Cinco latinos


Las Hojas Muertas

Con mi cancion,
las hojas muertas,
tu bien recuerdas,
cuando te ame

Con mi cancion,
las hojas muertas,
reviviran,
tal vez al fin

Pero el viento cruel,
amenaza,
con arrancar,
por siempre mas,
la esperanza,
que con fe se abraza,
y nunca se puede dejar

Pero el viento cruel,
amenaza,
con arrancar,
por siempre mas,
la esperanza,
que con fe se abraza,
y nunca se puede dejar

September Song


September Song, Frank Sinatra

FRANK SINATRA (1915-1998)
"September Song" (1965)

composed in 1938 by Kurt Weill
lyrics by Maxwell Anderson


When I was a young man, caught in the girls,
I played me a waiting game.
If a maid refused me with tossin curls,
I let the old earth take a couple of whirls.
While I apply her with tears in lieu of pearls.
And as time came around, she came my way,
And as time came around, she came.

Oh its a long, long while, from May to December
But the days grow short, when you reach September.
When the autum weather, turns the leaves to flame,
One hasn't got time, for the waiting game.

Oh, the days, dwindle down, to a precious few.
September. November.
And these few precious days, I'll spend with you.
These precious days, I'll spend with you.

Oh, the days dwindle down, to a precious few.
September. November.
And these few precious days, I'll spend with you.
These precious days, I'll spend with you.

IN ITALIANO

Quando ero giovane e corteggiavo le ragazze,
sapevo attendere;
quando una ragazza mi diceva di no scrollando il capo,
lasciavo che la vecchia Terra facesse un paio di giri.
E non appena se ne ripresentava l'occasione,
lei veniva con me.
Oh, c'è molto tempo tra Maggio e Dicembre,
ma le giornate diventano brevi quando arriva Settembre.
Quando l'Autunno fa diventare le foglie rosso fuoco,
uno non ha più tempo per attendere.
Oh, le giornate diventano sempre più brevi e preziose
... Settembre, Novembre ...
E queste giornate brevi e preziose le passerò con te.

TRADUZIONE: mauro26958

Les feuilles mortes... Τα νεκρά φύλλα... Jacques Prévert και Yves Montand!


Les feuilles mortes
Τα νεκρά φύλλα

Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει ...
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
Στην κρύα νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα
Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα.
Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούντιαι,
Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
Σ' αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.
Πώς θες να σε ξεχάσω;
Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
Πάντα, πάντα θα το ακούω !

Jacques Prévert
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Το ποίημα αυτό που είναι από τα πιο αγαπημένα σε όλο τον κόσμο, Πρεβέρ είναι αυτός, αλλά και Υβ Μοντάν είναι αυτός που το τραγούδησε μοναδικά. Μελοποιήθηκε από τον Joseph Kosma . Το ποίημα που σηματοδοτεί την έναρξη του φθινοπώρου και που το έχουν απαγγείλει και τραγουδήσει όλοι οι ερωτευμένοι της γης και τ' ... ουρανού.

Yves Montand στην ωριμότητά του την υπέροχη! Πιο υπέροχη δε γίνεται...




αλλά και στη νιότη του την τόσο γλυκιά





και η θαυμάσια Juliette Greco



Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Ω! τα θλιμμένα σούρουπα τα φθινοπωρινά! Γιομάτα πλάνους ρεμβασμούς κι άρρωστη νοσταλγία...


Ilya Repin

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

De la musique avant tout chose
Paul Verlaine

Ω! τα θλιμμένα σούρουπα
τα φθινοπωρινά!
Γιομάτα πλάνους ρεμβασμούς
κι άρρωστη νοσταλγία
γιομάτα απ ΄να ρώτημα
κρυφό, που τυραννά:

«Ώστε ήταν όνειρο, και πάει,
του θέρους η μαγεία; …»

- Πάρτε με και λικνίστε με,
καράβια σιωπηλά.
Με κούρασαν οι λογισμοί
και τα σοφά βιβλία.
(το υγρό φθινοπωριάτικο
σουρούπωμα κυλά
και στάζει εντός μου αβάστακτη
τεφρή μελαγχολία.)
- Πάρτε με και λικνίστε με,
καράβια σιωπηλά.


Πέτρος Δήμας
(Δημοσιευμένο στην «Νέα Εποχή» της 19-12-1937)
Πηγή:
Νέα Εποχή

Κάποιο φθινόπωρο στενάζει μακριά ένα μαράζι στην καρδιά σταλάζει κουρασμένο...


Φωτό: Γητ

"Μια καταχνιά αχνοφαίνεται στο πέλαγος βαθειά
Μες στ' Αυγουστιάτικο πρωί το χρυσοπλουμισμένο
Κάποιο φθινόπωρο στενάζει μακριά
ένα μαράζι στην καρδιά σταλάζει κουρασμένο
Σαν σε πομπή νεκρού θαρρείς πως περπατάει
Αργά, βουβά σ' αρρωστημένη σιγαλιά
Πένθιμη η καμπάνα του φριχτά, σιγοχτυπάει
Αλλοίμονο στην έρημη καρδιά..."

Αλφόνσος Δελής
"Φθινόπωρο" (1950)


Ας μη το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό


Μίλτος Σαχτούρης

Πηγή: Emprosnet

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα, που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα...



Φωτό: Γητ

Τραγούδι το φθινόπωρο

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
- κι είναι τα βράδια μόνα...

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;...

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα...
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα – ή μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

»Τα χρυσά πού ’ναι τώρα φθινόπωρα, πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;


Οι αγάπες

Θα ’ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
Kαι θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουμε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

»Τα χρυσά πού ’ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε».

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

Κ. Γ.Καρυωτάκης

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει στο δάσος πλέον δε θα με βρεις, μα μες στου δάσους τη γαλήνη να μ'αντικρούσεις ημπορείς σαν όνειρο στιγμής, που σβήνει



Φωτό: Γητ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΝ

Έρμο σε λίγο θ' απομείνει
το δάσος πλέον το μυστικό'
είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει,
θα φύγεις και το μαγικό
έρμο σε λίγο θ' απομείνει.

Εγώ σε 'κείνο μοναχός μου,
σαν πάρ' η βαρυχειμωνιά,
μακρυά από τη βουή του κόσμου,
σα φάντασμα στη σκοτεινιά,
θα 'μαι σε 'κείνο μοναχός μου.

Πέρα το κύμα θα βογγάει
και στ' ακρογιάλια θα βροντά
κι αν η φωνή μου σε ζητάει,
καμιά φωνή δε θ' απαντά,
μόνο το κύμα θα βογγάει.

Μέσα στον άνεμο το λάβρο
θα πέφτουν τα ξερά κλαδιά...
στο δάσος, μοναχός, το μαύρο
τί να την κάνω την καρδιά;
Μέσα στον άνεμο το λάβρο,

κάτου απ' τα πεύκα τ' αψηλά του,
στο δάσος το μαγευτικό,
θα σέρνετ' ερημιά θανάτου,
πένθος βαρύ και μυστικό,
κάτου απ' τα πεύκα τ' αψηλά του!

Κι όταν την άνοιξη γυρίσεις
και στ' ακρογιάλια, χαρωπή,
στο δάσος πάλι με ζητήσεις,
κάποια φωνή θε να σου πει,
όταν την άνοιξη γυρίσεις:

«-Είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει...
στο δάσος πλέον δε θα με βρεις,
μα μες στου δάσους τη γαλήνη
να μ' αντικρούσεις ημπορείς
σαν όνειρο στιγμής, που σβήνει...»

Άγγελος Σημηριώτης

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Θα αναστατωθεί το φθινόπωρό μου ανάμεσα στα φύλλα σου,και τα δικά μου θα είναι μια απέραντη κοίτη...


Φωτό: Γητ

«Σονέτα για την κόρη μου»

Ακόμα στη σιωπή


Γεννήθηκες με μάτια γεμάτα ερωτήσεις
κι ασταμάτητα με πολιορκείς ρωτώντας.
Κι εγώ χωρίς ν' απαντώ...Κόρη. Μέχρι πότε
βουβοί εσύ κι εγώ: Δυο άγνοιες μαζί;

Μέχρι πότε θα πηγαίνουν τα βόδια στη σιωπή ζεμένα
με την αγάπη μου και την κατάπληξή σου· από μένα, τρέμοντας
κι από σένα, λίγο λίγο, στερεώνοντας
μουσική χωρίς λόγια; Ξέρω ότι στοχεύεις

με ακρίβεια τα μπουμπούκια, κόκκινων τριαντάφυλλων
που μια μέρα θα γίνουν φωνή εναντίον μου κατάστηθα
και θα πρέπει με φωνή να σου απαντήσω.

Θα αναστατωθεί το φθινόπωρό μου ανάμεσα στα φύλλα σου,
και τα δικά μου θα είναι μια απέραντη κοίτη
που το βούλιαγμα του ποδιού σου θα σημάνει το θάνατό μου.

Jose Garcia Nieto
Μετ. Γητ

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει, Ψιλή, ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει. Είναι η φύσις που θρηνεί.


Micheal Zarowsky

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει,
Ψιλή, ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει.
Είναι η φύσις που θρηνεί.

Τα δάκρυά της είν' αυτά οπού κατασταλάζουν,
Τα σύννεφα οπού βογγούν και βαριαναστενάζουν
Είν' η θλιμμένη της φωνή.

Και το ξερό εβράχηκε της ερημιάς ποτάμι'
Ακούς τί κρότο το νερό μες στα χαλίκια κάμει;
Βλέπεις τον άσπρο του αφρό;

Στες λυγαριές ανάμεσα ήσαν πουλιά κρυμμένα,
Τον κρότο μόλις άκουσαν εφύγαν τρομαγμένα,
Μ' ένα τους πέταγμ' αλαφρό.

Ιωάννης Καρασούτσας

Σώθηκε η σκόλη η αγροτική και μάταια θε να στρώσει το χρυσό πλούτος του ο νοτιάς για να την ξανανιώσει...


Micheal Zarowsky

Το φθινοπωρινό ειδύλλιο

Σώθηκε η σκόλη η αγροτική και μάταια θε να στρώσει
το χρυσό πλούτος του ο νοτιάς για να την ξανανιώσει.
Αυτό το δείλι επρόδωκε κι η επίβουλη ομορφιά του
χαρούμενη την άνοιξη στα χέρια του θανάτου.

Κι ο νους μου πάει στη σιγαλιά μες στο γυμνό ρουμάνι,
και στις καπνιές του δειλινού, που τριγυρνούν τη στάνη,
στων ουρανών την ερημιά, που ένα θαμπό φεγγάρι
φυλάει αγνή στη μοναξιά της θλίψης του τη χάρη.

Το βλέπω, ω Μοίρα, τη χιονιά, της νιότης μου τη στάχτη,
κι εσένα αντίκρυ μου, πιστή στο θλιβερό σου αδράχτι,
να σε κοιτάζω ειρηνικά, με μάτια κουρασμένα:
άλλο δε θα ΄χεις να μου πεις, μηδέ κι εγώ σε σένα.

Ε.Γ.Ιωάννου(Τέλλος Άγρας)

Το φετινό φθινόπωρο κοντεύει, με τα μηνύματά του τα βαριά...


Micheal Zarowsky


Κακό Φθινόπωρο

Το φετινό φθινόπωρο κοντεύει,
με τα μηνύματά του τα βαριά,
κάθε δέντρο το τέλος του μαντεύει,
κι ανήσυχα τεντώνει τα κλαριά.

Τα δειλινά δεν είναι παρά θλίψη,
κι αλάλητος καημός για κατιτί,
-θαρρείς κι από παντού κάτι έχει λείψει,
κι αυτό που μένει μάταια το ζητεί.

Σαν κάθε χρόνο κι ώρα με την ώρα,
βλέπω να παίρνει τέλος η χαρά:
μα εμέναν, ως κι αυτή μου η λύπη, τώρα,
δεν είναι καθώς ήταν μια φορά...

Δεν έχω πια την πρώτη μου γαλήνη,
το βήμα μου δεν είναι πια γερό:
σ' αυτό το μεταξύ, κάτι έχει γίνει,
που δε γιατρεύεται με τον καιρό...

Μες στο σκοτάδι, τώρα, που γυρίζει,
με την ανατριχίλα του βαριά,
το περιβόλι αθάνατο μυρίζει,
-κι είμαι χωρίς παρηγοριά...


Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους...


Φωτό Γητ

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους,
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ’ αγριοκαίρι·
Θα ζήσουν τάχα, να τη βρόυν, την άνοιξη; –Ποιος ξέρει,

γιατί μπορεί και να χαθούν, πριν βρούνε τη χαρά τους…

Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδυ,
ώσπου στο τέλος, νύσταξαν, κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Μόνος... Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο


ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο, χειμώνα ελάχιστε...


Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
χειμώνα ελάχιστε,
η ζωή καταβάλλει τον οβολό
του φύλλου της ελιάς
και στη νύχτα μέσα των αφρόνων
μ’ ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο
του Ανέλπιστου.


Οδυσσέας Ελύτης

...και αθόρυβα φεύγει, χωρική που μυρίζει θυμάρι κι αγριλιά νοτισμένη.


ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ
του Στρατή Πασχάλη


Μπήκε στο σπίτι το φθινόπωρο
σαν μια γυναίκα που κρατά
την αναμμένη λάμπα.

(Έξω αρχίζει να βρέχει).

Απιθώνει δειλά στο τραπέζι το φως
και αθόρυβα φεύγει, χωρική
που μυρίζει θυμάρι κι αγριλιά νοτισμένη.


Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι, ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση...


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
του Μήτσου Παπανικολάου

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει'
μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δε θα βρεθεί
για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
μα είν' η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν' αγαπάει
κάθε που κλαίει μες στη ζωή και της βροχής τις στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τ' αλύπητο ρολόι
θυμίζει τόσα πράματα που τα 'χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει.
Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι.
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
ως τον Απρίλη που θα ρθεί, σαν πάγος που δε σπάζει;

από την ανθολογία "Ποιητές του Μεσοπολέμου" του Σωτήρη Τριβιζά

εκδ. Καστανιώτη, 1997

Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Κ' η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει χρυσή, μετάξινη, απ' τα βάθη της σιωπής' έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθής

Φωτό: Μanifesto


Φθινοπωρινή νύχτα

Είν' έτσι ωραία απόψε η δύση
των δέντρων, καθώς πορφυρώνει, το χρυσό,
που λες η μέρα πριν να σβύσει
το θάνατό της κάνει επίσημο κι' αργό.

Το σούρουπο στα ρόδα πάνω
είν' έτσι διάφανο, ήσυχο, απαλό,
που δεν εκλείσαν όλα και το χέρι βάνω
και κόφτω ένα για σένα ρόδο αχνό.

Έτσι τα φύλλα σιγανά θροούνε
τώνα με τ' άλλο ή όλα μαζύ,
όπου δεν ξέρω αν τα χείλη σου γελούνε
ή αν το δάσος τρέμει στη σιγή.

Το ποταμάκι στο λειβάδι τρέχει
έτσι γλυκά - γλυκά που λες
των καλαμιών τα γαλαζόφυλλα πως βρέχει
ή πως εσύ από αγάπη κλαις.

Κ' η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει
χρυσή, μετάξινη, απ' τα βάθη της σιωπής'
κι' έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει
που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθής.

Ένα ποίημα του Henri de Renie σε μετάφραση Γιώργου Σημηριώτη - (τεύχος 3, Δεκ. 1936, του 15/θήμερου περιοδικού "Γαλλική Ανθολογία")

Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Χωρίς τσοπάνο τα βουνά Χωρίς ζευγά οι κάμποι Κι ο ήλιος μες στα σύννεφα Σα σπαρματσέτο λάμπει.



Οι μήνες του Φθινόπωρου

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, οκτώ κιλά δεν έκαμες.
Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οκτώ σειρές στ' αλώνι.

Νοέμβρη οργώματα κι ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
Ο Νοέμβρης έκλεισε, τα ζευγάρια είναι στον στάβλο


Οκτώβριος

Καλώς τον κυρ Οκτώβρη
Που δίνει δροσερό
Στα διψασμένα χείλη
Το γάργαρο νερό.
Καλώς τον που ανοίγει
Και πάλι τα σχολεία
Και γράμματα μαθαίνει
Τα φρόνιμα παιδιά.

Συλλογή Α. Αργυρόπουλου


Νοέμβριος

Χωρίς τσοπάνο τα βουνά
Χωρίς ζευγά οι κάμποι
Κι ο ήλιος μες στα σύννεφα
Σα σπαρματσέτο λάμπει.

Αντώνης Βώττης

Στις αρχές του φθινοπώρου μη γυρίσεις να με βρεις θα ‘χουνε αλλάξει όλα σαν τα χρώματα της γης.





Στις αρχές του φθινοπώρου

Στις αρχές του φθινοπώρου
πέσαν κάμποσες βροχές
και σκορπίσανε τα φύλλα
σαν παλιοί συμμαθητές
κι ανοιχτήκαν οι ομπρέλες
και βραχήκαν οι φωτιές
και πεθάναν καλοκαίρια
μόνα στις ακρογιαλιές.

Στις αρχές του φθινοπώρου
κάτι έχω να σου πω
πως το στέμμα ήταν ψέμα
βασιλιάς δεν είμαι εγώ
και του ρολογιού η ώρα
ήταν ψέματα κι αυτή
σου ‘πα είναι εφτά και δέκα
κι ήταν δέκα και μισή.

Στις αρχές του φθινοπώρου
θα κλειδώσω δυο ζωές
τα κειδιά τους θα πετάξω
στου μεσημεριού το χτες
στις αρχές του φθινοπώρου
μη γυρίσεις να με βρεις
θα ‘χουνε αλλάξει όλα
σαν τα χρώματα της γης.


Ελευθερία Αρβανιτάκη
Μουσική Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι Λάκης Λαζόπουλος

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό και συννεφιασμένο, θα 'ρθω να σε βρω, δε θα περιμένω...



ΑΣΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει
τ’ άνθη τα στερνά
μια ζωή πεθαίνει
μια ζωή περνά -
τάχα σε προσμένει
μια άνοιξη ξανά;
Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου ν’ απλώσει
μια στερνή ευωδιά
μια φωνή σωπαίνει,
μια χαρά χαμένη
μέσα στην καρδιά -
τα στερνά τα φύλλα
παίρνει το φθινόπωρο
γύρω απ’ τα κλαδιά.


ΚΙ ΟΤΑΝ

Κι όταν φτάσει η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ' άνθη,
σαν έναν καιρό θα σε περιμένω.
Κι όταν έρθει πάλι και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό θα σε περιμένω.
Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω,
δε θα περιμένω.


Kωνσταντίνος Χατζόπουλος

Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.


Μια φίλη

To τραγούδι εδώ

Ξεβάφεται σαν ίσκιος στον καθρέφτη
πριν κοιμηθεί ξημέρωμα θαμπό
Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.

Τριάντα επτά,σε γλέντι γενεθλίων
της είχαν πει πως θα 'τανε κι αυτός
οι μέρες της κεράκια των αθλίων
κι η νύχτα σβήνει μέσα της το φως.

Μια μουσική τα πάθη της μαζεύει
σαν τη βροχή σε γάμο μυστικό
μια νάρκη που τα μέλη της κηδεύει
αφίλητα στον άδειο ουρανό.

Τριάντα επτά, σε γλέντι γενεθλίων
της είχαν πει πως θα 'τανε κι αυτός
οι μέρες της κεράκια των αθλίων
κι η νύχτα σβήνει μέσα της το φως.

Ξεβάφεται σαν ίσκιος στον καθρέφτη
πριν κοιμηθεί ξημέρωμα θαμπό
Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.

Διονύσης Καψάλης

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει· τα παλιολούλουδα σαπίζουνε στους κήπους...


ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΑΣΥΝΕΤΟ

Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει·
δειλοί οι αρχάγγελοι ταράζονται στον ύπνο.
Όπου κι αν πας, η τύχη –οχιά– θα σε δαγκώνει·
θα φαρμακώνει εκεί τον νηστικό σου δείπνο.
__________Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει·
__________τα παλιολούλουδα σαπίζουνε στους κήπους.
__________Στημένη σού ’χει ο Αποπάνω την αγχόνη:
__________σε τρίστρατο μοιραίο θα στεφείς Οιδίπους.

Όπου κι αν πάς, πας, – μα τέλος πια δεν θά ’βρεις.
Στης άβυσσος τους μύχιους ίσκιους θ’ απαγκιάσεις
Τα λαύρα ονείρατα της ζήσης σου της μαύρης.
_________Το κύμα του παραδαρμού και της θαλάσσης
_________με ρίμες άρρυθμες σε τράκλειον κυκεώνα,
_________αν θαν το πιείς, θέλει λουστείς τ’ αγιάζι του αιώνα.

Γιώργος Κεντρωτής

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».

Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...

Κώστας Ουράνης

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια «ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»


Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α' Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτιά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, 1958
Από τη συλλογή Ανακομιδή, 1961
Πηγή ποιήματος: Translatum

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Μην ξεχάσεις κλείνοντας το ποίημα


ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ


Η αρχή να γίνει με τους τρεις λιποτάχτες στρατιώτες της νύχτας
του Σεπτέμβρη
Ημίγυμνοι κάτω από ένα ξερό κίτρινο φεγγάρι
Καπνίζουν πίσω από θάμνους το τελευταίο τσιγάρο και οι τρεις
Τα πρόσωπά τους δείχνει στην πόλη η τηλεόραση και το
«καταζητούνται»
Παράλειψε σκοπίμως τα ποσά ανευρέσεως, παραδόσεως
Παράλειψε σκοπίμως την εικόνα που η μάνα του λέει
στους δημοσιογράφους κλαίγοντας «παιδιά μου, παραδοθείτε»
Μην ξεχάσεις κλείνοντας το ποίημα
Νικόλαος
Κωνσταντίνος
Ιωάννης
Τ' όνομά τους.


Γιώργος Χρονάς

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη, σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου αγάπη...


Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.

1
Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι είταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν είτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι... τότε... που το ξέρω... το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!


BERTOLT BRECHT

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Τον Τρυγητή τ’ αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.


Φωτό: Κσμ

Παροιμίες για το φθινόπωρο

Για το Σεπτέμβριο:

Τον Τρυγητή τ’ αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.

Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο.



Για τον Οκτώβριο:

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ’χεις.

Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.

Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οχτώ σειρές στ’ αλώνι.



Για το Νοέμβριο:

Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.

Η Πούλια βασιλεύοντας το μήνυμά της στέλνει:
Ούτε τσοπάνος στα βουνά ούτε ζευγάς στους κάμπους.



Λαϊκή παράδοση

(από το βιβλίο: Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού, Αθήναι 1966)

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

εύγλωττο φθινόπωρο μα πιο εύγλωττα τα χέρια που το δρέψανε...


Φωτό: K.σ-Μ

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Του νυχτόδεντρου φλούδα,
μαχαίρια που γεννηθήκαν σκουριασμένα
σου ψιθυρίζουν τα ονόματα, τον χρόνο, τις καρδιές.
Μια λέξη που κοιμόταν την ακούσαμε,
τρυπώνει στο φύλλωμα:

εύγλωττο φθινόπωρο
μα πιο εύγλωττα τα χέρια που το δρέψανε,
σαν τη μήκωνα της λήθης
δροσερό το στόμα που τα φιλάει.


PAUL CELAN
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Μη με αφήσεις να χάσω αυτό που έχω κερδίσει και που στολίζει τα νερά του ποταμού σου με φύλλα απ’ το Φθινόπωρό μου το χαμένο.


The Eternal Idol, 1889-Auguste Rodin

Του γλυκού παράπονου


Φοβάμαι να το χάσω αυτό το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τον τρόπο
που τη νύχτα ακουμπάει στο μάγουλό μου
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου.

Πονάω να βρίσκομαι σ’ αυτή την όχθη
κορμός χωρίς κλαδιά, και ότι πιο πολύ πονάει
είναι που δεν έχω το λουλούδι, λάσπη ή άργιλο
για το σαράκι του πόνου μου.

Αν είσαι ο κρυμμένος θησαυρός μου,
αν είσαι ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν είμαι το σκυλί της επικράτειάς σου

Μη με αφήσεις να χάσω αυτό που έχω κερδίσει
και που στολίζει τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα απ’ το Φθινόπωρό μου το χαμένο.

Sonetos de amor oscuro
Federico García Lorca
Μετ Γητ

SONETO DE LA DULCE QUEJA


Tengo miedo a perder la maravilla
de tus ojos de estatua y el acento
que me pone de noche en la mejilla
la solitaria rosa de tu aliento.


Tengo pena de ser en esta orilla
tronco sin ramas, y lo que más siento
es no tener la flor, pulpa o arcilla,
para el gusano de mi sufrimiento.


Si tú eres el tesoro oculto mío,
si eres mi cruz y mi dolor mojado,
si soy el perro de tu señorío.


No me dejes perder lo que he ganado
y decora las aguas de tu río
con hojas de mi Otoño enajenado.

Albinone, Adagio

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας με φως τα πεζοδρόμια...



Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ερείπια της Παλμύρας

- από το βιβλίο "Δύσκολος Θάνατος", συλλογή "Ο θάνατος του Μύρωνα" -


Πηγή: φθινοπωρινό ανθολόγιο του observer

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινοπωρινή μπαλάντα

Balada de otoño

Llueve,
detrás de los cristales, llueve y llueve
sobre los chopos medio deshojados,
sobre los pardos tejados,
sobre los campos, llueve.
Pintaron de gris el cielo
y el suelo
se fue abrigando con hojas,
se fue vistiendo de otoño.
La tarde que se adormece
parece
un niño que el viento mece
con su balada en otoño.
Una balada en otoño,
un canto triste de melancolía,
que nace al morir el día.
Una balada en otoño,
a veces como un murmullo,
y a veces como un lamento
y a veces viento.
Llueve,
detrás de los cristales, llueve y llueve
sobre los chopos medio deshojados,
sobre los pardos tejados
sobre los campos, llueve.
Te podría contar
que esta quemándose mi último leño en el hogar,
que soy muy pobre hoy,
que por una sonrisa doy
todo lo que soy,
porque estoy solo
y tengo miedo.
Si tú fueras capaz
de ver los ojos tristes de una lámpara y hablar
con esa porcelana que descubrí ayer
y que por un momento se ha vuelto mujer.
Entonces, olvidando
mi mañana y tu pasado
volverías a mi lado.
Se va la tarde y me deja
la queja
que mañana será vieja
de una balada en otoño.
Llueve,
detrás de los cristales, llueve y llueve
sobre los chopos medio deshojados...

Joan Manuel Serrat

Δὲν θέλω κάλλος αὔθαδες παρθένου ἀλαζόνος... Ὠχρὰν τὴν θέλω καὶ λευκὴν ὡς νεκρικὴν σινδόνην· Μὲ εἴκοσι φθινόπωρα, μὲ ἄνοιξιν καμμίαν


Foto: Γητ

ΕΡΩΣ



Α΄
Δὲν θέλω κάλλος αὔθαδες παρθένου ἀλαζόνος,
Θρασείας ἐκ τῆς καλλονῆς, ψυχρᾶς ἐκ θωπευμάτων·
Βλέμμα δὲν ἔρριψα ποτὲ εἰς πτέρυγας ταῶνος,
Οὐδ' εἰς φιάλην στίλβουσαν πλὴν στεῖραν ἀρωμάτων.
Δὲν θέλω ὄψιν φλογεράν, δὲν θέλω ῥόδου στόμα·
Εἶναι διέγερσις σαρκὸς τὸ πορφυρῶδες χρῶμα.

Τὴν θέλω ἀσθενῆ ἐγὼ τὴν φίλην μου, ταχεῖαν·
Ὠχρὰν τὴν θέλω καὶ λευκὴν ὡς νεκρικὴν σινδόνην·
Μὲ εἴκοσι φθινόπωρα, μὲ ἄνοιξιν κἀμμίαν,
Μ' ὀλίγον σῶμα - ἄνεμον σχεδὸν - ὀλίγην κόνιν.
Τὴν θέλω ἐπιθάνατον μ' ἀθανασίας μύρον,
Κόρην καὶ φάσμα, σάβανον ἀντὶ ἐσθῆτος σῦρον.

Τὴν δυστυχῆ! λιπόθυμον τὴν θέλω, πάντῃ μόνην·
Ἄνευ μητρὸς ἢ ἀδελφοῦ· αὐτὴ καὶ ὁ Θεός της.
Εἰς πεδιάδα, ἔρημον τὴν θέλω ἀνεμώνην,
Κ' ἐγὼ νὰ ᾖμαι μήτηρ της, ἐγὼ καὶ ἀδελφός της.
Ἀργὰ νὰ τὴν χειραγωγῶ τὴν κόρην εἰς πᾶν βῆμα,
Καὶ νὰ προσκρούσωμεν ὁμοῦ εἰς τὸ πλησίον μνῆμα.

Δὲν θέλω οὔτε ἄψυχον, οὔτ' ἔμψυχον κἀνένα
Νὰ ἀγαπᾷ, οὐδὲ πτηνόν, οὔδ' ἄνθη, οὔδ' ἀστέρας·
Ὅ,τι δὲν εἶμαι δι' αὐτὴν νὰ ᾖναι ὅλα ξένα,
Καὶ νὰ κατέχω ὅλας της τὰς νύκτας καὶ ἡμέρας.
Κ' εἰς ὕπνον ὅταν κλείωσι γλυκὺν οἱ ὀφθαλμοί της,
Εἰς ὄναρ νὰ μὲ θεωρῇ ἀγάπης ἡ ψυχή της!

Δὲν ἀγαπῶ αἰσθήματα διόλου μοιρασμένα·
Ἀγάπη ἥτις δίδεται κ' εἰς ἄλλους ἐξαντλεῖται.
Ὅστις τὰ πάντα ἀγαπᾷ δὲν ἀγαπᾷ οὐδένα…
Ἐκ τούτου ἴσως παρ' ἐμοῦ ὁ ἥλιος μισεῖται,
Διότ' εἰς ὅλους τὰς χρυσᾶς ἀκτῖνάς του χαρίζει,
Κ' ἐπίσης ὡς τὸν Βύρωνα τὸν πίθηκον φωτίζει.

Θέλω τὸ σύμπαν εἰς τὸ ἓν κ' ἐμὲ εἰς τ' ἄλλο μέρος,
Καὶ νὰ ἐκλέξῃ! -Ἀγνοῶ τί ἄλλο θέλω ἔτι·
Πλὴν θέλω! τόσος δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ψυχήν μου ἔρως.
Ἀκόμα ἡ καρδία μου καὶ πλάττει καὶ προσθέτει!
Πρόσθετε, πρόσθετε, μωρὰ καὶ ἄσωτος καρδία·
Θὰ ἔλθῃ κ' ἡ ἀφαίρεσις, θὰ ἔλθῃ κ' ἡ πενία.-

Θέλω τὴν φίλην μου ᾠδὴν ἐκλείπουσαν ἠρέμα·
Ἀθανασίας βλέπουσαν ὁδὸν εἰς τάφου στόμα·
Καλὴν καὶ μελαγχολικήν, μὲ ἥμερον τὸ βλέμμα,
Μὲ φυομένην πτέρυγα εἰς καταρρέον σῶμα.
Τὴν θέλω κόρην, ἀδελφὴν καὶ φίλην μου ἁγίαν,
Ἀλλ' ὄχι καὶ νυμφίαν μου, ἀλλὰ ποτὲ νυμφίαν!

Ὤ, πῶς θὰ ἐνοσήλευον τὴν κόρην τελευτῶσαν·
Μὲ ποίαν, ποίαν ἄφωνον στοργὴν θὰ τὴν προσεῖχα!
Θὰ εἶχε προσκεφάλαιον καρδίαν ἀγαπῶσαν,
Καὶ μόνον μου ἀντίζηλον τὸν θάνατον θὰ εἶχα.
Ὤ, πῶς θὰ ἐνοσήλευον τὴν ἀσθενῆ παρθένον,
Ὠχρός, συνέχων τὴν πνοὴν καὶ ἄγρυπνος προσμένων!

Β΄
Πολλάκις εἰς τοὺς ὕπνους μου ἡ ἀσθενής μου φθάνει,
Ὡραία ὡς ἡ φθίνουσα χειμερινὴ σελήνη.
Μὲ λέγει, ὅταν πέσωσι τὰ φύλλα θ' ἀποθάνῃ,
Καὶ τὸ ἁγνόν της μέτωπον εἰς ἀσπασμὸν μὲ τείνει.
Πολλάκις καὶ μὲ ἀνοικτὸν τὴν διακρίνω ὄμμα,
Ἄλλοτε κάτω, ἄλλοτε εἰς τοὐρανοῦ τὸ δῶμα.

Πολλάκις, γράφων δι' αὐτὴν μίαν ᾠδήν, ἓν ᾆσμα,
Ἀπέναντί μου φιλικῶς τὴν θεωρῶ νὰ νεύῃ,
Καὶ κλίνον εἰς τὸ στῆθός μου τὸ πεφιλμένον φάσμα,
Βραδέως τὴν ἰδίαν της ᾠδὴν μ' ὑπαγορεύει.
Πολλάκις μόνος, ἀγρυπνῶν εἰς νύκτα τρικυμίας,
Εἰς τὴν λευκὴν ἀναλαμπὴν τὴν βλέπω τῆς ἑστίας.

Καὶ ἄλλοτε, πλανώμενος εἰς χιονώδη ὄρη,
Τὴν βλέπω εἰς τὴν στίλβουσαν χιόνα ν' ἀποθνήσκῃ,
Καὶ νὰ συναποθάνωμεν μὲ προσκαλεῖ ἡ κόρη.
Καὶ ἄλλοτε τὸ βλέμμα μου ἐξαίφνης τὴν εὑρίσκει
Μὲ μέτωπον ἀστερωπὸν ἐντὸς κοιμητηρίου,
Στηριζομένην νωχελῶς ἐπὶ σταυροῦ μνημείου!

Παντοῦ, παντοῦ τὴν ἀπαντῶ˙ εἰς συντριμμένην στήλην,
Εἰς δάσους ἔρημον ναόν, εἰς ὠχριῶντα κρίνα˙
Παντοῦ, παντοῦ τὴν ἀπαντῶ τὴν ἀσθενῆ μου φίλην,
Ἀλλὰ ποτὲ εἰς φῶς Θεοῦ, ποτὲ ὑπὸ ἀκτῖνα…
Τὴν βλέπω εἰς νεάνιδος συντετριμμένης σχῆμα,
Καὶ εἰς ἀγγέλου λείψανον φερόμενον εἰς μνῆμα!

Ὤ, πόσας δὲν ἠτένισα νεάνιδας δακρύων,
Διότι ἦσαν κάτωχροι κ' εἶχον μορφὴν νοσοῦσαν.
Ὤ, πόσας ἐσυνόδευσα νεκρὰς εἰς τὸ μνημεῖον,
Νομίζων πῶς ἀκολουθῶ τὴν φίλην μου θανοῦσαν.
Ποσάκις εἶδον ν' ἀνοιχθῇ νεκρᾶς ἀγνώστου στόμα,
Καὶ μ' εἶπεν˙ «ἀκολούθει με, ἐγὼ εἶμαι τὸ πτῶμα!»

Τὴν νύκτα χθὲς εἶχα πολλήν, πολλὴν βαρυθυμίαν
Καὶ ἦλθεν˙ εἰς τὸ στῆθός της προσέκλινα ἐπάνω,
Καὶ σκυθρωπὸς τὴν ἔλεγον καὶ μὲ φωνὴν βραδεῖαν,
«Ὅταν τὰ φύλλα πέσωσι, μαζῆ σου θ' ἀποθάνω.»
Καὶ μειδιῶσα μ' ἤκουε, σιγῶσα μ' ἐθεώρει,
Καὶ τὸ κοινὸν μνημεῖoν μας ἐρρέμβαζεν ἡ κόρη…

1866


Αχιλλέως Παράσχου, Ποιήματα. Τόμος τρίτος, εν Αθήναις/εν Κωνσταντινουπόλει, Ανδρέας Κορομηλάς εκδότης, 1881, σσ. 18-22


ΠΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Federico García Lorca: CANCIÓN OTOÑAL Σήμερα νιώθω στην καρδιά ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών, και όλα τα τριαντάφυλλα είναι τόσο άσπρα όσο η θλίψη μου


Foto: Γητ


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σήμερα νιώθω στην καρδιά
ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών,
αλλά το μονοπάτι μου χάνεται
στην ψυχή της ομίχλης.
Το φως μου κόβει τα φτερά
και ο πόνος της θλίψης μου
μουσκεύει τις αναμνήσεις
στην πηγή της ιδέας.

Όλα τα τριαντάφυλλα είναι άσπρα,
τόσο άσπρα όσο η λύπη μου,
και δεν είναι τα άσπρα τριαντάφυλλα,
που έχει χιονίσει πάνω τους.
Πριν είχαν το ουράνιο τόξο.
Αλλά ότι και στην ψυχή χιονίζει.
Το χιόνι της ψυχής έχει
τις νιφάδες των φιλιών και των σκηνών
που βυθίστηκαν στη σκιά ή στο φως
ανάλογα ποιός τις σκέφτεται.

Το χιόνι πέφτει απ' τα τριαντάφυλλα,
αλλά αυτό της ψυχής μένει,
και τ' αρπαχτικά νύχια των χρόνων
κάνουν ένα σάβανο μ' αυτά.

Θα λιώσει το χιόνι
όταν θα μας πάρει ο θάνατος;
Ή αργότερα θα υπάρξει ένα άλλο χιόνι
και άλλα τριαντάφυλλα τελειότερα;
Θα είναι μαζί μας η ειρήνη
όπως μας δίδαξε ο Χριστός;
Ή δεν θα είναι ποτέ δυνατή
η λύση αυτού του προβλήματος;

Κι αν η αγάπη μας εξαπατά;
Ποιόν η ζωή ενθαρρύνει εάν το λυκόφως μας βυθίζει
στην αληθινή επιστήμη
του Αγαθού που ίσως δεν υπάρχει,
και του Κακού που παραμονεύει δίπλα;

Εάν η ελπίδα εξαφανιστεί
και αρχίσει η Βαβέλ,
ποιά δάδα θα φωτίζει
τους δρόμους της Γης;

Εάν το γαλάζιο είναι ένα όνειρο,
Τί θα είναι η αθωότητα;
Τί θα είναι η καρδιά
αν ο Έρωτας δεν έχει βέλη;

Κι αν ο θάνατος είναι ο θάνατος,
τί θα είναι οι ποιητές
και τα βαρετά πράγματα
που κανείς πια δε θυμάται;
Ω Ήλιε των ελπίδων!
Γάργαρο νερό! Καινούριο φεγγάρι!
Καρδιές των παιδιών!
Ψυχές σκληρές πέτρινες!
Σήμερα νιώθω στην καρδιά
ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών
και όλα τα τριαντάφυλλα
είναι τόσο άσπρα όσο η θλίψη μου.

Federico García Lorca
CANCIÓN OTOÑAL
Noviembre de 1918 (Granada)
Μετ Γητ


A Federico García Lorca

Rilke: Πέφτουν τα φύλλα, σα να πέφτουν από μακριά, σα να μαραίνουνται στους ουρανούς μακριά οι κήποι' Πέφτουνε με μια πτώση αρνητική...

Foto: Γητ

Φθινόπωρο

Πέφτουν τα φύλλα, σα να πέφτουν από μακριά,
σα να μαραίνουνται στους ουρανούς μακριά οι κήποι'
Πέφτουνε με μια πτώση αρνητική.

Και τις νύχτες πέφτει η Γη βαριά
από τ' αστέρια μες στη μοναξιά.

Πέφτουμε όλοι μας. Αυτό το χέρι εδώ πέφτει.
Και κοίτα τους άλλους: είναι στο άπειρο.

Κι όμως υπάρχει Ένας, που αυτή την πτώση
συγκρατεί στα τρυφερά τα χέρια του για πάντα.

Rainer Maria Rilke
Μετάφραση:
Μάρλις, Μπρούνο, Κάρλο, Γητ


Foto: Γητ


Herbst

Die Blätter fallen, fallen wie von weit,
als welkten in den Himmeln ferne Gärten;
sie fallen mit verneinender Gebärde.

Und in den Nächten fällt die schwere Erde
aus allen Sternen in die Einsamkeit.

Wir alle fallen. Diese Hand da fällt.
Und sieh dir andre an: es ist in allen.

Und doch ist Einer, welcher dieses Fallen
unendlich sanft in seinen Händen hält.

Rainer Maria Rilke

Ένα βιβλίο με ποιήματα είναι φθινόπωρο νεκρό. Οι στίχοι είναι τα μαύρα φύλλα σε άσπρα χώματα.


Foto: Γητ


ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Θα άφηνα σ' αυτό το βιβλίο
την ψυχή μου όλη.
Αυτό το βιβλίο που είδε
μαζί μου τοπία
και έζησε άγιες ώρες.

Τί κρίμα που τα βιβλία
ενώ μας γεμίζουν τα χέρια
με τριαντάφυλλα κι αστέρια
να περνούν αργά!

Τί θλίψη τόσο βαθιά
να κοιτάς τα τέμπλα
των βασάνων και των πόνων
που αντέχει μια καρδιά!

Βλέπεις να περνούν τα φαντάσματα
των ζωών που χάθηκαν
βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό
σαν Πήγασο χωρίς φτερά,

Βλέπεις τη ζωή και το θάνατο,
τη σύνθεση του κόσμου,
που σε βαθείς χώρους
κοιτάζονται κι αγκαλιάζονται.

Ένα βιβλίο με ποιήματα
είναι φθινόπωρο νεκρό.
Οι στίχοι είναι τα μαύρα
φύλλα σε άσπρα χώματα.

Και η φωνή που τους διαβάζει
είναι η πνοή τ' ανέμου
που τους μπήγει στα στήθη
-νοσταλγίας αποστάσεις-

Ο ποιητής είναι ένα δέντρο
με καρπούς από θλίψη
και με μαραμένα φύλλα
που κλαίνε ό,τι αγαπάει.

Ο ποιητής είναι το μέντιουμ
της ίδιας της Φύσης
που εξηγεί το μεγαλείο της
μέσα απ' τις λέξεις.

Ο ποιητής κατανοεί
όλα τα ανεξήγητα
και τα πράγματα που μισούνται
αυτός, φίλους τα αποκαλεί.

Στα βιβλία των στίχων,
ανάμεσα σε τριαντάφυλλα από αίμα,
περνούν θλιμμένα
και αιώνια καραβάνια

που έκαναν τον ποιητή
όταν κλαίνε τα βράδια,
να κυκλώνεται και να ζώνεται
από τα φαντάσματά του.

Η ποίηση είναι πίκρα,
ουράνιο μέλι που ρέει
από μια αόρατη κυψέλη
που φτιάχνουν οι ψυχές.

Η ποίηση είναι το αδύνατο
που γίνεται δυνατό. Άρπα
που έχει για χορδές
καρδιές φλόγες.

Η ποίηση είναι η ζωή
που διασχίζουμε με αγωνία
περιμένοντας αυτόν που θα πάρει
τη βάρκα μας χωρίς κατεύθυνση.

Βιβλία με γλυκούς στίχους
είναι αστέρια που περνούν
από τη βουβή σιωπή
στο βασίλειο του Τίποτα,
γράφοντας στον ουρανό
τις ασημένιες στροφές τους.

Ω! τί πληγές τόσο βαθιές
που ποτέ δε θεραπεύτηκαν
οι πονεμένες φωνές
των ποιητών που τραγουδούν!

Θα άφηνα σ' αυτό το βιβλίο
την ψυχή μου όλη....


Federico García Lorca
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη