Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυωτάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καρυωτάκης Κώστας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι...



ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι 
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες 
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι. 
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα 
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι 
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

Κώστας Καρυωτάκης 
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;


(ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ...)

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Κώστας Καρυωτάκης, 1927

Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2008

»Τα χρυσά πού ’ναι τώρα φθινόπωρα, πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;


Οι αγάπες

Θα ’ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
Kαι θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουμε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

»Τα χρυσά πού ’ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε».

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

Κ. Γ.Καρυωτάκης