Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Κόσμοι ολόκληροι ζωύφια ταξιδεύουν με πιρόγες τα κελύφια. Κρύα ανατριχίλα στα νερά. Σαν πεταλουδιώνε σμάρι τώρα ο σίφουνας θα πάρει απ΄ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά.



ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Ώρα δειλινού,
του φθινοπώρου τα νέφη στίβουν το φουστάνι να στεγνώσει τ΄ ουρανού
και στου απόβροχου τη σκόλη
βγαίνουν για σεργιάνι οι σαλίγκαροι όλοι
κάτω απ΄ το ξεθωριασμένο παρασόλι
του ήλιου. Τώρα, η λάμια
η γη λιάζει τα βρεγμένα της τα χράμια
με των κάμπων τα πλουμίδια
κι από τα χορτάρια
κι από τα ψηλά γρασίδια
οι σταλαγματιές γλιστρούνε χάντρες
και μαργαριτάρια
από ουράνια δαχτυλίδια.
Τις μαζώνουν οι νεράιδες οι ανυφάντρες
μες στα υπόγεια τους σεράγια και στ΄ ανήλια
πολυέλαιους κι αργυρά καντήλια
σε πλεμάτια κρυσταλλένιες μπάλες-
μάγισσα γριά κι η αράχνη τις κρεμάει μες στις κουφάλες.
Και λογής λογής
ένα ένα όλα τα ζούδια
ξεφαντώνουν απ΄τη γης
κι από μέσα από τα φλούδια.
Κι ένας μέρμηγκας σκαλώνει σ΄ ένα αγκάθι φουντωτό
ν΄αγναντέψει όλο τον κόσμο από τέτοιο λιακωτό.
Να, το αυλάκι κάνει χάζι
το άχυρο – σχεδία που αράζει
και το δρασκελούν βαθράκοι.
Κόσμοι ολόκληροι ζωύφια
ταξιδεύουν με πιρόγες τα κελύφια.
Κρύα ανατριχίλα στα νερά.
Σαν πεταλουδιώνε σμάρι
τώρα ο σίφουνας θα πάρει
απ΄ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά.
Στα καλάμια τη φλογέρα του φυσάει
κι όπως πάει, πάει, πάει
ο άνεμος -τσοπάνος- σαλαγάει
σ΄άλλα πια λημέρια
σ΄άλλο τώρα χειμαδιό τα καλοκαίρια.

Μελισσάνθη

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Luis García Montero: Ο ιππότης του Φθινοπώρου... Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται, αν και φτάνει σε μας σαν ανέλπιστη αποκάλυψη ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.



Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Εμφανίστηκε ένα βραδάκι
καθισμένος στον κήπο που προστάτευε
τις κίτρινες ώρες,
το φιλί των ζευγαριών και τις πηγές
στου μπαλκονιού τα πόδια.

Ο ιππότης του φθινοπώρου
ήταν εκεί. Υπήρξε πριν
η μοναξιά συναντήσει τ' όνομά του.
Ντυνόταν λοιπόν με τ' άθλια ρούχα του
για να παρατηρεί το δρόμο και να νοιάζεται τα πλοία,
χαμένος στη σιωπή της μεσημεριανής σιέστας.

Όταν κατέβηκα απ' τον κόσμο μου
στις υψηλές συσκέψεις των αρχηγών του στόλου,
των ιερέων ή των σοφών,
και αισθάνθηκα πιο μόνος,
ήταν εκεί μαζί μου,
περιμένοντας στην πόρτα,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Όταν είχα έναν έρωτα,
απελπισμένο και γλυκό όπως κάθε έρωτας,
κι έτρεχα στους δρόμους
στα χαράματα της επιστροφής,
δυστυχισμένος κι ευτυχισμένος όπως οποιοσδήποτε ερωτευμένος,
στην είσοδο των αμφιβολιών μου ή στην έξοδο απ' το ξενοδοχείο,
ήταν εκεί μαζί μου,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται,
αν και φτάνει σε μας
σαν ανέλπιστη αποκάλυψη
ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.

Πάντα ήταν μαζί μου,
ο ιππότης,
το στολίδι της ζωής μου,
το λουλούδι του χρόνου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Είν' έρμαια στα χέρια του κενού του κόσμου όλα τα ύψη και τα βάθη. Στον κήπο της αγάπης που εμαράθη πέφτουν πικρά τα δάκρυα τ' ουρανού.



Η ΒΡΟΧΗ

Στάλες αργές, μονότονες στα φύλλα,
που κλαίνε σιωπηλά το χωρισμό.
Στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό
τρέμουν κρυφά τα μέταλλα τα ξύλα.

Και μέσα μου ξυπνά μ΄ ένα λυγμό
του κόσμου το πανάρχαιο σαράκι.
Και χύνεται της μνήμης το φαρμάκι
στου νου μου τον αδιάκοπο σφυγμό.

Θολό μες απ' τα σύννεφα το φώς
τα μάτια μου βαραίνει μουσκεμένο
και μάταια ν αστράψει περιμένω
κι ο έρωτας του πόνου αδερφός.

Είν' έρμαια στα χέρια του κενού
του κόσμου όλα τα ύψη και τα βάθη.

Στον κήπο της αγάπης που εμαράθη
πέφτουν πικρά τα δάκρυα τ' ουρανού.

Γιώργος Ανυφαντής
Από τη συλλογή "Το ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ"

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Μικρές μικρές βροχοσταγόνες σ'ένα σκοπό που τυραννά κι ώρες νεκρές, στιγμές αιώνες να ισορροπώ στο πουθενά...


Lambert, La pluie a Paris


Βροχοσταγόνες

Μικρές μικρές βροχοσταγόνες
σ'ένα σκοπό που τυραννά
κι ώρες νεκρές, στιγμές αιώνες
να ισορροπώ στο πουθενά

Κι η φθινοπωριά μέσα μου κι έξω
νοτιάς φυσάει ανιαρός
ναι το ξέρω είχα πει θ' αντέξω
μα δεν βοηθάει κι ο καιρός

Κάποια ποτά είναι μια λύση
κοιμάται η μνήμη προσωρινά
αλλά μετά σαν θα ξυπνήσει
σαν ένα αγρίμι θα 'ρθει ξανά

Κι η φθινοπωριά μέσα μου κι έξω
κι ένας αέρας ανιαρός
ναι το ξέρω είχα πει θ' αντέξω
μα δεν βοηθάει κι ο καιρός

Γιάννης Καλαμίτσης

Vivaldi: Φθινόπωρο...



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

...κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω εσένα που μαδώντας διάθεση εποχής υλοποιείσαι αγέρας από παντού καταφτάνεις πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα




“μινόρε χρυσάνθεμα”



"Εδώ τα καλά νερά
κι εκεί
οι βωμοί οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν"




χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
και τα γαλάζια μου υψώματα
κι η άμμος αντιστάσεις μου
ακτές μου πίσω

κι όταν περνάει το καράβι σου
ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
φωνάζοντας τσάκισμα ναυαγός αλιεύομαι

τμήμα διάτασης στο τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
δίχως το θέλω λυγούν τα γόνατα των φράσεων
και με ρίχνουν κάτω
φορτίο στην πιο ακμή του
κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
εσένα

που μαδώντας διάθεση εποχής
υλοποιείσαι αγέρας από παντού καταφτάνεις

πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα



Σωκράτης Ξένος

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω πως στη ψυχή μου μέσα τρέχει εγώ δεν έχω άλλο πόθο απ' το να 'ρθεις τώρα που βρέχει....



Η βροχή - Οπισθοδρομική Κομπανία

Κοιτάζω τη βροχή και κλαίω
και τάζω στο Θεό για να 'ρθεις
μεγάλα λόγια εγώ δε λέω
αλλά φοβάμαι μη μου πάθεις.

Κοιτάζω τη βροχή, βροχή μου
ίδια τα μάτια σου καλή μου
κι όπως κυλά στα πεζοδρόμια
γυρνάει ο νους σε ονειροδρόμια.

Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω
πως στη ψυχή μου μέσα τρέχει
εγώ δεν έχω άλλο πόθο
απ'το να 'ρθεις τώρα που βρέχει.


Κοιτάζω τη βροχή, βροχή μου
ίδια τα μάτια σου καλή μου
κι όπως κυλά στα πεζοδρόμια
γυρνάει ο νους σε ονειροδρόμια.

Στίχοι: Βαγγέλης Κωνσταντινίδης
Μουσική: Θοδωρής Παπαδόπουλος

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Τα καμένα χαϊκού: Φθινοπωρινή βροχή, ρέκβιεμ στα δάση, μαύρη Αττική.


Egon Schiele (1890-1918)
Autumn Sun, 1914
Oil on canvas, 100 x 120.5 cm
Private Collection, Courtesy Eykyn Maclean, LLC

Βρέχεις Θεέ μου,
στα καμένα βουνά μας,
η φύση θρηνεί.

***

Πέφτεις βροχή μου,
πλύνε τις στάχτες και τη
μαύρη μας ψυχή.

***

Βουνά καμένα
Πεντέλη και Πάρνηθα
τόπος κρανίου.

***

Φωτιές στα δάση
κόλαση οι φλόγες και
στάχτη η ψυχή.

***

Γύρω καμένα
στη μέση μια βίλα με
θέα στις στάχτες.

***

Τα αυθαίρετα
σπίτια σαν μανιτάρια
φυτρώνουν παντού.

***

Φθινοπωρινή
βροχή, ρέκβιεμ στα δάση
μαύρη Αττική.


Φωτό: Renato Srepel

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2009

Χρυσό το δάσος άφησε άφωνο και το φθινόπωρο...


Ilya Ostroukov, Golden Autumn

Βροχή στο χώμα,
σπουργίτης στο τζάμι σου,
σ' αναζητάω.

***

Ξαφνική βροχή
τα φύλλα ξεράθηκαν
υγρά τα μάτια.

***

Φτωχός σπουργίτης
στο παράθυρο, ζητώ
την αγάπη σου.

***

Χρυσό το δάσος
άφησε άφωνο και
το φθινόπωρο

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ...


Η μέρα που έζησα

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει
την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει
έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη
πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ
ένα αεράκι με παίρνει απ' το χέρι
κι εγώ αφήνομαι να δω άλλα μέρη
σ' ένα παγκάκι μία εφημερίδα
πατάω πάνω κι αλλάζω σελίδα
το φαναράκι που πάντα με κοίταζε
όταν το άγγιξα έσβησε, νύσταζε
του ήλιου η άκρη αρχίζει να φαίνεται
κι αλήτης σκύλος με διώχνει, σιχαίνεται
σε καγκελάκι με θέα περπάτησα
σαν αστρονάυτης ανάλαφρα πάτησα
θαλασσινή μυρωδιά με προσπέρασε
και λίγους κόκκους απ' άμμο με κέρασε
φεύγω ψηλά, διασχίζω σοκάκια
σαν μέσα σε όνειρο με χάρτη πλακάκια
σιγά σιγά κατεβαίνω γυρίζοντας
ο αέρας έφυγε μόνος, σφυρίζοντας
σ' ένα παλτό απαλά ακουμπάω
παραπατάει, το νιώθω, γελάω
τραγούδι ακούγεται και μοιάζει αγάπης
στην αγκαλιά τους είμαι λαθρεπιβάτης
γλιστράω, πέφτω, στη γόβα της στέκομαι
και σταματάει, φοβάμαι, προσεύχομαι
τα δάχτυλα της ψηλά με σηκώνουν
και με χαρίζει καθώς με στριμώχνουν
η κίνησή της μου δίνει αξία
νιώθω στολίδι σε ξένη αταξία
έγινα ενθύμιο της νύχτας που πέρασε
κι έμεινα μέσα σε σπίτι που γέρασε
για να θυμίζω για πάντα τί άρχιζε
τη μόνη μέρα που έζησα, κι άξιζε.

Καλόγερος

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα· κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα, όλο μου το αίμα ήταν βοή! K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι


Το Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι...
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο...
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή...
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!...

Άγγελος Σικελιανός
(από τον Λυρικό Bίο, Β΄, Ίκαρος 1968)

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Joan Margarit : σ' αυτόν τον ξερό κήπο ενός φθινοπώρου με τα φαντάσματα των ρόδων. Ο κήπος της νιότης μου: η αυλή του φόβου.


Foto: vineyards, flickr

Τρεις γυναίκες

Αυτή τη φωτογραφία τη βγάλαμε
τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.
Είναι στον κήπο, στην πραγματικότητα στην αυλή
την παραμελημένη, στο πίσω μέρος του σπιτιού.
Κανείς απ' όσους είμαστε δεν χαμογελά.
Ο φόβος διαποτίζει τα ρούχα μας
φθαρμένα και μπαλωμένα πολλές φορές,
ακριβώς όπως και οι οικογένειες.
Κοιτάμε την κάμερα: η μητέρα μου
με τα μαλλιά της χτενισμένα κότσο σαν σε ταινία
της κατεχόμενης Γαλλίας, και η γιαγιά μου
να κουνάει ένα μαντίλι στα χέρια της
σ' έναν γιο, που ακόμα βρίσκεται στη φυλακή.
Την άλλη γυναίκα σχεδόν δεν τη θυμάμαι:
μία θεία μου, αδύνατη από τα βάσανα,
που πέθανε από καρδιά μετά από μερικούς μήνες.
Ανάμεσα στις τρεις, σε ποδήλατο, σοβαρός
σαν ένας ενήλικος, τεσσάρων χρόνων.
Πόσο λίγα μένουν πια
φυλαγμένα στο καλύβι της μνήμης,
που βλέπει σ' αυτόν τον ξερό κήπο ενός φθινοπώρου
με τα φαντάσματα των ρόδων.
Ο κήπος της νιότης μου: η αυλή του φόβου.

Joan Margarit
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

Gastón Baquero: Εκεί στο μακρινό καμπαναριό του Βυζαντίου κυμάτιζε το φλάμπουρο περιστοιχισμένο χελιδόνια.


Ilya Repin: Bridge Abramtsevo

Εξομολόγηση ενός έφορα του Βυζαντίου*

Το φθινόπωρο του επτακόσια
Εξασφάλισα για τη θεία μου Ευφροσύνη Μιτικλός
έναν τίτλο αυλικής.
Γιατί εκείνη την εποχή της παρακμής
Μόνο οι γυναίκες του παλατιού έχαιραν υπόληψης
στο Βυζάντιο.

Μόλις της αποδόθηκε η τιμή, ζήτησα ως αντάλλαγμα,
Υφάσματα από κόκκινο βελούδο φερμένα από το Τουρκεστάν,
φάλαρα διαμαντένια για την αγαπημένη μου φοράδα,
άνθη ξεραμένα δύο αιώνες πριν, κιλίμια από το Βόσπορο,
κηροπήγια αγορασμένα αντί σικάλεως στη Βασόρα:
όλα όσα θα ομόρφαιναν το σπιτικό μου
για να δεχθώ ευπρεπώς σ’ αυτό την Ευφροσύνη Μιτικλός.

Όλα μου τα αρνήθηκε το άσπλαχνο αρπακτικό.
Ενώπιον του Μέγα Βασιλέα με κατηγόρησε για μισθαρνία, χρηματισμό,
και σκαιότητα προς τους αγαπημένους γάτους του Αυτοκράτορα.
Πεσμένη κατάχαμα στο σχήμα του σταυρού ορκίστηκε ότι είχα δηλητηριάσει
τη γάτα που κοιμότανε πλάι στο στήθος του Κωνσταντίνου·
με αφάνισε, με έριξε στον όχλο, ξεπλήρωσε με χολή
όλη μου την αβρότητα για δαύτη.

Και καταδικάστηκα
να αιωρούμαι από το λαιμό στο πιο ψηλό καμπαναριό
της μητρόπολης του Βυζαντίου. Θηλιά του απαγχονισμού έγινε
το μακρύ βελούδο ύφασμα φερμένο από το Τουρκεστάν: κι εκεί ψηλά έμεινα,
κυματίζοντας στα σύννεφα σαν λάβαρο της μάχης·
τα παιδιά, στην πλατεία, ζητωκραύγαζαν θαρρώντας με, κόκκινο χαρταετό
που κάποιος ύψωσε για να διασκεδάσουν. Χειροκροτούσαν αδιάκοπα,
και έτσι γνώρισα, βουτηγμένος στη ταπείνωση, μια κατά λάθος ευχάριστη
αποθέωση. Έφυγα από τον κόσμο εν μέσω επευφημιών, και η Ευφροσύνη Μιτικλός
απόμεινε οριστικά ηττημένη. Εκεί στο μακρινό καμπαναριό του Βυζαντίου
κυμάτιζε το φλάμπουρο περιστοιχισμένο χελιδόνια.

Κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν είχα έναν θάνατο ωραίο.

* Τραγική οβερτούρα, Μπραμς

Gastón Baquero, 1968
Μετ. Ελένη Χαρατσή
Εκδόσεις: μικρή άρκτος

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;


(ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ...)

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Κώστας Καρυωτάκης, 1927

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Juan Ramón Jiménez: Σε μια αποσύνθεση της ομορφιάς, η ζωή γυμνώνεται, και ακτινοβολεί η μεγαλοπρέπεια της θείας αλήθειας της.


Φθινόπωρο

Σκορπά ο Οκτώβρης, στη χαλαρή κίνηση
του νοτιά, τα χρυσαφιά και τα κόκκινα φύλλα,
και, η σαφής πτώση των φύλλων,
σηκώνεται στο άπειρο της σκέψης.

Τί γλυκιά γαλήνη σ' αυτή την απόσταση
απ' όλα· Ω λιβάδι όμορφο που μαδάς
τα λουλούδια σου· ω νερό κρύο πια, που μουσκεύεις
με το τρεμάμενο κρύσταλλό σου τον άνεμο!

Ξόρκι χρυσό! Φυλακή καθαρή
στην οποία το κορμί, καμωμένο ψυχή, συγκινείται,
ριγμένο στο πράσινο ενός λόφου!

Σε μια αποσύνθεση της ομορφιάς,
η ζωή γυμνώνεται, και ακτινοβολεί
η μεγαλοπρέπεια της θείας αλήθειας της.

Juan Ramón Jiménez
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2009

Ας εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο πριν το μέλλον καταψυχθεί και δεν υπάρχει χώρος για την ομορφιά γιατί το μέλλον, μας επιστρέφεται παγωμένο


Φθινόπωρο

Ας εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο
πριν ο χειμώνας μας μπαζώσει
ας μπούμε με αγκωνιές στα κρόσσια του ήλιου
κι ας θαυμάσουμε τα πουλιά που μεταναστεύουν

Τώρα που ζεσταίνει την καρδιά
αν και πότε πότε και λίγο λίγο
ας σκεφτούμε κι ας αισθανθούμε ακόμα
με την παλιά τρυφερότητα που μας μένει

Ας εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο
πριν το μέλλον καταψυχθεί
και δεν υπάρχει χώρος για την ομορφιά
γιατί το μέλλον, μας επιστρέφεται παγωμένο

Mario Benedetti
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Από την ποιητική συλλογή "Αϋπνία και υπνάκος" του Mario Benedetti.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2009

Rubén Dario: Πάει πια ο καιρός του ανέμελου χαμόγελου: Αφήστε τον τυφώνα να παρασύρει την καρδιά μου!


Του φθινοπώρου

Γνωρίζω ότι υπάρχουν εκείνοι που λένε: Γιατί δεν τραγουδά τώρα
μ' εκείνη την αρμονική τρέλα του παρελθόντος;
Αυτοί δεν βλέπουν το βαθύ έργο της ώρας,
την εργασία του λεπτού και το θαύμα του έτους.

Εγώ, φτωχό δέντρο, έφτιαξα, στον έρωτα της αύρας,
όταν άρχισα να μεγαλώνω, μια περιπλανώμενη και γλυκιά σιωπή.
Πάει πια ο καιρός του ανέμελου χαμόγελου:
Αφήστε τον τυφώνα να παρασύρει την καρδιά μου!

Rubén Dario
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2009

Μαραμένα και άχρηστα θα σέρνονται στο έδαφος, θα στριφογυρίζουν στη φωτιά. Έχοντας μετατραπεί σε καπνό θα φτάσουν στη δόξα την αβέβαιη και άστατη...


Ένα σχεδίασμα του Οκτώβρη

Πράσινα για τελευταία φορά,
τα φύλλα διηγούνται τις ιστορίες τους,
τίθενται ερωτήματα,
ανταλλάσσουν αναμνήσεις,
συμφιλιώνονται ή αφήνονται να μιλούν
όσο ο άνεμος το επιτρέπει.

Αύριο, ολόκληρο το κορμί τους θα πληγωθεί.
Όλος ο χρόνος που έζησαν πέφτει πάνω τους
όπως ο όλεθρος ενός κεραυνού.

Μαραμένα και άχρηστα θα σέρνονται στο έδαφος,
θα στριφογυρίζουν στη φωτιά.

Έχοντας μετατραπεί σε καπνό
θα φτάσουν στη δόξα
την αβέβαιη και άστατη του δάσους των νεφών

José Emilio Pacheco
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Ο José Emilio Pacheco (Πόλη του Μεξικού, 1939) είναι ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, διηγηματογράφος και νομπελίστας.

Ανήκει στη γενιά του '50, αποτελούμενη επίσης από τους Carlos Monsiváis, Eduardo Lizalde, Sergio Pitol, Juan Vicente Melo, Vicente Leñero, Juan García Ponce, Sergio Galindo y Salvador Elizondo.

Ο Pacheco υπήρξε καθηγητής στο UNAM, στο πανεπιστήμιο του Maryland (College Park), στο παμεπιστήμιο του Essex, και σε κάποια άλλα των ΗΠΑ, Καναδά και του Ηνωμένου Βασιλείου. Τιμήθηκε με τα βραβεία: José Donoso (2001), Octavio Paz (2003), el Pablo Neruda (2004), el Ramón López Velarde (2003), el Alfonso Reyes (2003), el José Asunción Silva (1996), Xavier Villaurrutia (1973), y el García Lorca (2005).

Το ποιητικό του έργο περιλαμβάνει: Los elementos de la noche (1963); El reposo del fuego (1966); No me preguntes cómo pasa el tiempo (1969); Irás y no volverás (1973); Islas a la deriva (1976); Desde entonces (1980); Trabajos en el mar (1983). Todos estos libros fueron reunidos bajo el título Tarde o temprano. Algunos de sus textos en prosa son: El viento distante y otros relatos (1963), Morirás lejos (1967), El principio del placer (1972) y Batallas en el desierto (1981).

Αναμφίβολα, ο José Emilio Pacheco είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στην ισπανόφωνη λογοτεχνία και μέλος του Εθνικού Κολλεγίου της χώρας του.

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Είναι υγρή η γη από τις σταγόνες της δροσιάς, και χρυσαφένια η αλέα, προς την καμπύλη του ποταμού.Ανάμεσα στους μαβιούς λόφους...


Φθινοπωρινό ξημέρωμα

Στον Julio Romero de Torres

Ένας μακρύς δρόμος
ανάμεσα σε γκρίζους βράχους,
και κάποιο ταπεινό λιβάδι
όπου βόσκουν μαύροι ταύροι. Bάτα, χαμόκλαδα, θάμνοι.

Είναι υγρή η γη
από τις σταγόνες της δροσιάς,
και χρυσαφένια η αλέα,
προς την καμπύλη του ποταμού.
Ανάμεσα στους μαβιούς λόφους
σπάζοντας την πρώτη αυγή·
με την καραμπίνα στην πλάτη,
ανάμεσα στα πανέξυπνα λαγωνικά του,
περπατά ένας κυνηγός.

Antonio Machado
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Φθινόπωρο με τα χρυσά χέρια: με το τραγούδι της θάλασσας να αντηχεί στο ατέλειωτο στήθος σου, χωρίς στάχυα ή αγκάθια... José Hierro


Foto: Francesc Muntada. Φθινόπωρο

Φθινόπωρο

Φθινόπωρο με τα χρυσά χέρια.
Χρυσόσκονη σκορπούν τα χέρια σου στο δρόμο.
Γύρισες πίσω στα παλιά έρημα τοπία.
Τυλιγμένο το κορμί σου απ' όλους τους ανέμους, απ' όλους τους αιώνες.

Φθινόπωρο με τα χρυσά χέρια:
με το τραγούδι της θάλασσας να αντηχεί στο ατέλειωτο στήθος σου,
χωρίς στάχυα ή αγκάθια που να μπορούν να πληγώσουν το αύριο,
με την αυγή που μουσκεύει τον ουρανό της στα λουλούδια του κρασιού
για να δώσει χαρά σ' όποιον ξέρει να ζήσει
ήρθες ξανά.
Με τον καπνό και τον άνεμο και το τραγούδι και το κύμα που αναδευόταν,
στην μεγάλη φλεγόμενη καρδιά σου.

José Hierro
De "Quinta del 42" 1952
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

...και για να τύχει ποτέ να σε ξεχάσω πρέπει χειμώνας να'ρθει κοντά μα πάντα θα'ρχονται τα φύλλα τα φύλλα που είναι φθινοπωρινά.



Φύλλα φθινοπωρινά

Όταν θα πέσουνε ξανά
κι αυτά τα φύλλα
θα φύγει για άλλη μια φορά
ένα φθινόπωρο
για να θυμάμαι πιο πολύ
εσένα αγάπη
σ' έχω χαράξει μες στη καρδιά

και για να τύχει ποτέ να σε ξεχάσω
πρέπει χειμώνας να'ρθει κοντά
μα πάντα θά 'ρχονται τα φύλλα,
τα φύλλα που είναι φθινοπωρινά.

Στη μνήμη μου έρχονται ξανά
τα δυο σου χείλια
τότε που ήταν τα φιλιά καλοκαιρινά
μα τώρα γύρω πέφτουνε
μονάχα φύλλα
φύλλα που είναι φθινοπωρινά

και για να τύχει ποτέ να σε ξεχάσω
πρέπει χειμώνας να'ρθει κοντά
μα πάντα θα'ρχονται τα φύλλα
τα φύλλα που είναι φθινοπωρινά.

Φίλιππος Νικολάου

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου..


Nigel Kennedy - Solitude

Ερείπια της Παλμύρας

Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαρύν ύπνο διαρρέουν

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα

Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά- απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα.

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Ό,τι φαντάστηκα ήταν απάτη κι αν κάτι έλπιζα έχει χαθεί τέτοιο φθινόπωρο χωρίς αγάπη τέτοιο φθινόπωρο μην ξαναρθεί...


Εικόνες απ' την Ξάνθη



Πρώτο Φθινόπωρο

Ένα παράπονο και ένα δάκρυ
πρώτο φθινόπωρο πρώτη βροχή
απόψε η σκέψη μου δε βρίσκει άκρη
απόψε λύγισε η αντοχή

Ένα σκοτείνιασμα που με βαραίνει
πικρή ανάμνηση σαν μαχαιριά
πρώτο φθινόπωρο που με πεθαίνει
πρώτο φθινόπωρο χωρίς χαρά

Ό,τι φαντάστηκα ήταν απάτη
κι αν κάτι έλπιζα έχει χαθεί
τέτοιο φθινόπωρο χωρίς αγάπη
τέτοιο φθινόπωρο μην ξαναρθεί

Βαγγέλης Κορακάκης

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2009

...αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο απ` του αέρα το κλαδί στο χώμα δε διασχίζεις φθινόπωρο


Myasoedov, Autumn Morning
"Αντιγραφές"

Πουλί των κεραυνών
τι να σου σφυρίξω εγώ το ράμφος της φοβίας

θα σου μιλήσω
με των βροχών τα νήματα και μια ζεστή φωνή
άλλα μολύβια γιατρικά δεν έχω

βάζε εσύ κάπου κάπου τελεία ανάσα
εκεί που δακρύζουνε οι λέξεις
να προστατέψουμε την καρδιά μας
και πες για τις γραφές

αν δεν πέσεις φύλλο κίτρινο
απ' του αέρα το κλαδί στο χώμα
δε διασχίζεις φθινόπωρο

Σωκράτης Ξένος

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2009

Καλόγερος : Φθινόπωρο, χαϊκού... δίνω και παίρνω ψυχρή ισορροπία εικόνας-μυαλού


Φθινόπωρο(χαϊκού)

φύλλα πεσμένα
σε χαλί που γυαλίζει
καθρέφτης ψυχής

υγρές μυρωδιές
μου θολώνουν τα μάτια
με τη συννεφιά

νέα εποχή
μαζί νέα χρώματα
βάφουν τη φύση

δίνω και παίρνω
ψυχρή ισορροπία
εικόνας-μυαλού

ζεστή συντροφιά
μαζί ταξιδεύουμε
σε χρόνο κυρτό

Καλόγερος

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

Τόσα εφήμερα Φθινόπωρα χάρτες ακατάληπτων εφήμερων ονείρων σέπονται και εκείνο το φύσημα μόνο τη σαπίλα αναταράσσει


Φωτό: Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος
εφήμερα

ένα φύλλο ξερό που εγκατέλειψε το σώμα που το έθρεψε
χάρτης ονείρων που οι διαδρομές του έγιναν πικρό χαμόγελο
σε ρυτιδιασμένο απόβραδο

ένα φύλλο ξερό που χορεύει στο φύσημα ενός παιδιού
άνεμος που καβαλικεύει τις οροσειρές των χρόνων και φτάνει ως εδώ
αναστεναγμός ασθενής

σε ένα ξερό φύλλο οι πόθοι μας
μαριονέτα που τρεμοπαίζει δεμένη με φως πάνω στις βλεφαρίδες του ύπνου
και πηγαινοέρχεται
αναλόγως το πρόσταγμα εκείνου του παιδιού που ξεφυσά,
παιχνιδίζοντας ακόμα
και με τα όνειρα που χάραξε σε ένα πράσινο φύλλο που ξεράθηκε

Τόσα εφήμερα Φθινόπωρα
χάρτες ακατάληπτων εφήμερων ονείρων σέπονται και εκείνο το φύσημα
μόνο τη σαπίλα αναταράσσει

Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος

Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Γυμνό το δέντρο ακουμπά στο δρόμο που γυαλίζει στη γύμνια με παρέσυρε, φθινόπωρο μυρίζει υγρές όλες οι μυρωδιές, υγραίνουν και τα μάτια ....


Lugano, ο Κήπος 27-10-07

Φθινόπωρο

Γυμνό το δέντρο ακουμπά στο δρόμο που γυαλίζει
στη γύμνια με παρέσυρε, φθινόπωρο μυρίζει
υγρές όλες οι μυρωδιές, υγραίνουν και τα μάτια
τα φύλλα έγιναν χαλί από πολλά κομμάτια

το φως σε φτάνει εύκολα, μα τώρα είναι που λείπει
τα σύννεφα ξυπνήσανε, κοιμήθηκαν οι κήποι
πρώτη φορά παρατηρώ αυτά τα μονοπάτια
η αλλαγή της εποχής μου δίνει νέα μάτια

μου δίνει νέα χρώματα τον κόσμο μου να βάψω
το κόκκινο, το κίτρινο, φωτιά που δε θ' ανάψω
ισορροπία απόλυτη, τι παίρνω και τι δίνω
φύση, δεν κρίνεις αυστηρά, όμως εγώ σε κρίνω

είμαι σε δρόμο σκοτεινό χωρίς να νιώθω μόνος
με τον αέρα που φυσά μου ψιθυρίζει ο χρόνος
το κρύο θέλει συντροφιά κι εγώ έχω εσένα,
οι ράγες είμαστε εμείς και οι εποχές τα τρένα...

Kαλόγερος

Lugano 27-10-07

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Ξέρεις πια ότι το φθινόπωρο, παραπάνω από το μουσκεμένο φτέρωμα των δένδρων...ήταν ένα ακυρωμένο ραντεβού, χαμένο ανάμεσά μας.

Iwan Iwanowitsch Schischkin: Rain in an oak forest, 1891
Iwan Iwanowitsch Schischkin (Иван Иванович Шишкин, 1832–1898) was a Russian landscape painter.

Στις μέρες της βροχής

Στη Mari Carmen

Θα ξέρεις δια της παρούσης ότι θα επιδεινωθεί η ζωή.
Mariano Maresca

[...]
II


Ο Νοέμβριος
μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί επιστρέφει πάλι
πάνω στις τέντες,
στις καρφίτσες από μίμηση μαργάρου,
στα φτηνά ντεμισεζόν παλτά
όπου εσύ κρυβόσουν
ξαφνικά και ο πόθος μου.

Κι επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης,
όπως η μελωδία
από ένα παλιό τραγούδι που θυμόμαστε.
Ξέρεις πια ότι το φθινόπωρο,
παραπάνω από το μουσκεμένο
φτέρωμα των δένδρων,
παραπάνω απ' το φως κι απ' τη γη την ίδια,
ήταν ένα ακυρωμένο ραντεβού, χαμένο ανάμεσά μας.

Τώρα
μας αγκαλιάζει ο χρόνος ασθενικά στα πόδια,
σπάζοντάς μας το βήμα, απομακρύνοντας τα φύλλα
των αναρρηχητικών,
ενώ όλα είναι ίδια και μας αναγγέλει
εκείνη την παλιά ανάμνηση μπερδεμένη από τις ώρες,
εκείνα τα καραβάνια
των ημερών χωρίς αίσθηση
που περνούσαν βουίζοντας μπροστά από τα μάτια,
που έφερναν μαζί τους
μονάχα δυο κορμιά ερωτευμένα ή φοβισμένα.

Και δεν είναι πια η συνήθεια να με πλησιάζεις,
παίρνοντάς μου τη ζώνη, ποθώντας σε
μ' έναν πόθο γαλάζιο σαν ένας άνεμος ήσυχος
ή να περνάς αργά
όταν βαραίνουν τα φύλλα κάτω απ' τα πόδια
και οι καμπάνες τρίζουν
σκαλωμένες στα δέντρα.

Και δεν είναι η συνήθεια να σ' ακολουθήσω,
να μάθω να σταματώ στις βιτρίνες
και να ακούω τη φωνή σου να φτάνει, κατρακυλώντας στο αυτί
σώζοντας την απόσταση
που ταιριάζει ανάμεσα σε δυο κορμιά.
Ήταν η ζωή λοιπόν
εκείνη που μας θύμιζε,
με τις ξεκάθαρες σειρήνες των καραβιών της
και τα κοσμήματά της,
ότι ακολουθούσε σφύζοντας ανάμεσά μας,
κατεστραμμένη,
νεφελώδης και εφήμερη
όπως το ξηρό σπέρμα
πάνω στο κρύο πια δέρμα
ότι τόσο έxουμε αγαπηθεί και σχεδόν πάντα.
Ή ίσως προτιμάμε
μια γιορτή έρωτα όπου συναντιόμαστε
για να καταφέρουμε να δούμε
αυτό που δεν ιδώθηκε ποτέ..

Δεν γνωρίζεις ότι το σώμα σου
τις νύχτες χωρίς καιρό όπως αυτή,
συγχέεται ξαφνικά με το χάραμα,
που το κρατά κοιμισμένο δίπλα μου.

Αλλά ο Νοέμβρης επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης
(τα ίχνη του έρωτα πάνω στους ώμους
όπως ένα καραβάνι με ανάκατες λεπτομέρειες),
και ίσως μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί όλα είναι πιο σαφή.


Θυμάμαι
τις πρώτες αγκαλιές, μόνοι,
κολλημένοι στον τοίχο,
δραπετεύοντας από τη βροχή
μιας παλιάς πόλης,
φρεσκοερωτευμένοι ακόμη,
ευτυχισμένοι και νευρικοί.
Ή την ξαφνική υγρασία των μαλλιών σου
μουσκεμένα από έρωτα κι από την καταιγίδα
στους ανοιχτούς κάμπους
ίδια με τα κορμιά μας στην έξαψη του Αυγούστου.
Και τις νύχτες της κακόκεφης ειρήνης
όπου αγωνίζεται ο έρωτας ενάντια στο κρύο,
τουρτουρίζοντας κάτω από τα σύννεφα
πάνω στο κρεβάτι της παγωνιάς.
Και θυμάμαι
τη βροχή απαλή, αργή, να γρατζουνάει τα τζάμια
όπως γρατζουνάω το δέρμα σου,
με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος μας γρατζουνάει
κάποτε αποκαλύπτοντας
ότι είναι επίσης όμορφος ο έρωτας στην ανάκληση μνήμης
και τη συνενοχή.

Ανοίγουμε το μπαλκόνι
αλυχτώντας στο φεγγάρι
με το κορμί τεντωμένο ψηλά,
όμορφοι σαν λύκοι
που τώρα καταλαβαίνουν την κατεύθυνση απ΄την οποία έρχονται,
που τώρα γνωρίζουν την εποχή στην οποία ζουν.

Είναι ένα φως διαφορετικό
από τα περιβάλλοντα.

Πάνω στο δέρμα σου συνθλίβονται
οι σταγόνες της βροχής
και η γη εκτείνεται κηλιδωμένη σαν μια τίγρη.


[...]

Luis García Montero
Mετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Bo Carpelan: Ψυχή δε συναντάει, στέκεται, κοιτάζει τον φθινοπωριάτικο ουρανό...


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΟΡΕΙΑ

Ένας άνθρωπος διασχίζει το δάσος
μια μέρα φωτεινή, μια μέρα σκοτεινή.
Ψυχή δε συναντάει,
στέκεται, κοιτάζει τον φθινοπωριάτικο ουρανό.
Τραβάει για το νεκροταφείο
και κανείς δεν τον ακολουθεί.

Bo Carpelan
Μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ



Ο Bo Carpelan(1926-) είναι ένας ποιητής Φινλανδός, σουηδόφωνος, που γεννήθηκε στο Ελσίνκι. Δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα το 1946 και έλαβε το διδακτορικό του το 1960. Ο Carpelan, που γράφει στα σουηδικά, έχει γράψει πολλά βιβλία ποίησης και πολλά διηγήματα και μυθιστορήματα. Το ποίημά του Σκληρός Χειμώνας, μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Aulis Sallinen.


Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Marisa del Frate-Claudio Villa : MALINCONICO AUTUNNO



Canzone napoletana vincitrice del Festival di Napoli 1957. Composta da De Crescenzo - Rendine fu portata al successo da Marisa del Frate. Ve la propongo con la magistrale voce di Claudio Villa

MALINCONICO AUTUNNO

Erano verde,
erano verde 'e ffronne,
e mo só' comm''e suonne perdute,
e mo sóngo ricorde 'ngiallute.

Dint'a chest'aria 'e lacreme
'e stó' guardanno,
cu 'o viento se ne vanno
pe' nun turná maje cchiù.

Malinconico autunno,
staje facenno cadé
tutt''e ffronne d''o munno
sulamente pe' me.

Chi mm'ha lassato pe' nun turná,
chisá a che penza, chisá che fa.
Ammore mio, nun só' stat'io,
si' stato tu. Pecché, pecché?

Malinconico autunno,
staje chiagnenno cu me.
Tutt''e ffronne d''o munno
staje facenno cadé.

Chi mm'ha lassato pe' nun turná,
chisá a che penza, chisá che fa.
Ammore mio, nun só' stat'io,
si' stato tu. Pecché, pecché?

Malinconico autunno,
a chest'ora addó' stá?
Malinconico autunno,
i' l'aspetto, stó 'cá.

Marisa del Frate-Malinconico autunno(1957)
(De Crescenzo,V - Rendine,F)


In italiano corrente

Erano verdi,
erano verdi le foglie,
ed ora sono come sogni perduti,
ed ora sono ricordi ingialliti.

In quest'aria di lacrime
le sto guardando,
col vento se ne vanno
per non tornare mai più.

Malinconico autunno,
stai facendo cadere
tutte le foglie del mondo
soltanto per me.

Chi mi ha lasciato per non tornare,
chissà a che pensa, chissà che fa.
Amore mio, non sono stata io,
sei stato tu. Perchè, perchè?

Malinconico autunno,
stai piangendo con me.
Tutte le foglie del mondo
stai facendo cadere.

Chi mi ha lasciato per non tornare,
chissà a che pensa, chissà che fa.
Amore mio, non sono stata io,
sei stato tu. Perchè, perchè?

Malinconico autunno,
a quest'ora dov'è?
Malinconico autunno,
io l'aspetto, sono quà



Marisa del Frate-Malinconico autunno(1957)

Maria Paris - Tammuriata d'autunno




TAMMURIATA D'AUTUNNO

Povero ammore mio, nun tène voce...
povero ammore mio, nun trova pace!...
'A luna luce, ma pe' mme nun luce...
ero felice e nun só' cchiù felice...
povero ammore...t'hanno miso 'ncroce!...

Giá è caduta quacche fronna,
more Estate e trase Autunno...
che ce faccio 'ncopp''o munno
senza 'e te?...

Mamma chiagne ma io nun chiagno...
chistu ccá è nu bruttu segno,
na fattura 'ncuoll'a me...

Che catena, che catena...
tu mme staje tanto luntano...
ma, si 'ncielo sponta 'a luna,
guardo 'ncielo e veco a te...

E' n'anno e st'uocchie mieje durmí nun pònno...
miracule, pe' me, nun se ne fanno...
ma, chella vota ca mme scappa a suonno,
tengo paura ca mme sonno a ninno...
Ah, che tristezza quanno 'a notte scenne!

Giá è caduta quacche fronna,
more Estate e trase Autunno...
che ce faccio 'ncopp''o munno
senza 'e te?...

Nuvole voglio 'ncielo a tutte ll'ore,
sempe tempeste voglio 'mmiez'ô mare,
te voglio accumparí, si mme ne moro,
'nnanze a chist'uocchie tuoje, matina e sera...
Ah, quanto t'odio...e quanto mme si' caro...

Giá è caduta quacche fronna,
more Estate e trase Autunno...
che ce faccio 'ncopp''o munno
senza 'e te?...

Αφιερωμένο στον αγαπητό φίλο Γιώργο Κεντρωτή που αγαπά τα ναπολιτάνικα!

Lungo un viale ingiallito d'autunno tristemente m' hai detto: è finita, è finito l'amor più vero, il più puro, il più splendido amor.


Carla Boni - Viale d'autunno (SANREMO 1953)

Lungo un viale ingiallito d'autunno
tristemente m' hai detto: è finita,
è finito l'amor più vero, il più puro,
il più splendido amor.

Ma una lacrima bagna il tuo viso,
quella lacrima dice al mio cuor:
Non potrò lasciarti più, mai più,
mai più, perché nel mio destino ci sei tu.

Non ci lasceremo mai, lo sai, lo sai,
se pure lo vorrai non potrai mai più !
Tutta una vita di dolcezze di tenerezze non può svanir.
I lunghi baci e le carezze,
le dolci ebbrezze non san mentir.

Lasciam parlare il cuor che vive in ansietà,
che trema di timor, e vuole questo amor...
o ne morirà !

Non potrò lasciarti più, mai più, mai più,
la gioia ed il dolore sei tu !
In questo viale senza sole.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Viento de otoño



Viento de otoño

Al quedarme solo,
siento frío en mi piel.
Y un extraño miedo
se apodera de mi ser.

Puedo oír tus pasos
y contarlos sin querer.
Despertar mil veces
antes del amanecer.

Y es por culpa de saber
que estás con él,
que he perdido en mis sueños
tu niñez.
Y aunque sufro amargamente,
yo jamás te dejaré
porque esta es mi forma de querer.

Pero el viento del otoño es así
y me aleja cada instante más de ti.
Ese viento que me arrastra
y se lleva tu calor
al fondo de unos brazos sin amor.

Esta es mi historia
sin capítulo final.
Vieja como el tiempo.
Triste como su verdad.
Falta de esperanza,
llena de sinceridad.
De increíbles horas,
de infinita soledad.

He querido olvidarte de una vez
y borrar tu fría imagen de mi ayer.
Pero sigo tercamente
intentando hacerte ver,
que tú eres sólo un juego para él.

¡Cuántas veces me he parado en tu portal,
he mordido golpe a golpe mi dolor!
Y llorando como un niño,
escondido en un rincón
cegado por los celos de mi amor.
De nuestro amor.
de nuestro amor
de nuestro amor

Danny Daniel

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Charles Baudelaire: ...Χλωμή μου μαργαρίτα, τάχα δεν είσαι σαν κι εμέ ήλιος φθινοπωρινός, ω εσύ, που τόσο είσαι ψυχρή, λευκή μου Μαργαρίτα.


Φθινοπωρινό σονέτο

Τα μάτια σου τα διάφανα σαν κρούσταλλο, μου λένε
«Για σε, παράξενε εραστή, σαν τί να αξίζω τάχα;»
Μείνε όμορφη και σώπα! Αυτή η καρδιά που όλα της φταίνε,
εξόν απ' την πρωτόγονη αθωότητα μονάχα,

δε θέλει το σατανικό κρυφτό της να σου μάθει,
λικνίστρα που το χέρι σου σε ύπνους βαθιούς με κράζει,
ούτε το μαύρο θρύλο της που με φωτιάν εγράφη.
Μισώ το πάθος κι η πολλή ξυπνάδα με κουράζει.

Ας αγαπιόσαστε ήσυχα. Ο έρωτας στη σκοπιά του
τεντώνει το μοιραίο του τοξάρι σκοτεινός.
Ξέρω τί βρόχια στην παλιά, φυλάγει, αρματωσιά του.

τρέλλα και φρίκη κι έγκλημα!- Χλωμή μου μαργαρίτα,
τάχα δεν είσαι σαν κι εμέ ήλιος φθινοπωρινός,
ω εσύ, που τόσο είσαι ψυχρή, λευκή μου Μαργαρίτα.

Σαρλ Μπωντλαίρ, Απαγορευμένα ποιήματα
απόδοση: Γιώργος Σημηριώτης

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Νιώθω να ταξιδεύω στα μάτια σου σ' απόμακρο φθινόπωρο: γκρίζος μπερές, φωνή πουλιού και καρδιά σπιτική όπου μετανάστευαν οι πιο βαθιές...


John Atkinson Grimshaw Wimbledon-Park
Ποίημα 6

Σε θυμάμαι όπως ήσουν το τελευταίο φθινόπωρο.
Ήσουν γκρίζος μπερές και καρδιά σε γαλήνη.
Στα μάτια σου τσακώνονταν του δειλινού οι φλόγες.
Και τα φύλλα έπεφταν στο νερό της ψυχής σου.
Κολλημένη στα μπράτσα μου σαν αναρριχητικό,
τα φύλλα μάζευαν την αργή και ήρεμη φωνή σου.
Φωτιά της έκπληξης όπου η δίψα μου καίγεται.
Γλυκός γαλάζιος υάκινθος πλεγμένος στην ψυχή μου.
Νιώθω να ταξιδεύω στα μάτια σου σ' απόμακρο φθινόπωρο:
γκρίζος μπερές, φωνή πουλιού και καρδιά σπιτική
όπου μετανάστευαν οι πιο βαθιές λαχτάρες μου
κι έπεφταν τα φιλιά μου ζωηρά σαν κάρβουνα.
Από καράβι ουρανός, από τον κάμπο λόφοι.
Η θύμησή σου είν' από φως, από καπνό, από λιμνούλα σε γαλήνη!
Πιο πέρα από τα μάτια σου φλεγόντουσαν τα δειλινά.
Φύλλα ξερά φθινοπωρινά στροβιλιζόνταν στην ψυχή σου.

Pablo Neruda, 1924
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

...γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά



ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τί γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι
της καρέκλας;
γρήγορα
καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού
βάφονται μες στο αίμα

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Henry Wadsworth Longfellow: The morrow was a bright September morn; The earth was beautiful as if newborn;



The morrow was a bright September morn;
The earth was beautiful as if newborn;
There was nameless splendor everywhere,
That wild exhilaration in the air,
Which makes the passers in the city street
Congratulate each other as they meet.

Henry Wadsworth Longfellow



Henry Wadsworth Longfellow (February 27, 1807 – March 24, 1882) was an American educator and poet whose works include "Paul Revere's Ride", The Song of Hiawatha, and "Evangeline". He was also the first American to translate Dante Alighieri's The Divine Comedy and was one of the five members of the group known as the Fireside Poets.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Τα θλιμμένα μάτια... ποίηση του FRANTIŠEK HALAS, σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τσουλούφι βραδυκίνητο παράτολμων θελγήτρων στο τεθωρακισμένο επάνω της ομίχλης
των ρόδων κατεβάζει τις αλκοόλες ώς τον άσπρο πάτο
ξεθωριασμένων ημερών όψις τελεία δίχως καν παύλα

Από αίμα σκουριασμένο όλο λεκέδες κρέμεται το ρούχο στα θαμνάκια
της μέρας το ναυάγιο ρουφάει ακόμα και το πλήρωμα των ίσκιων
σκοτάδι κολακευτικό καταλαγιάζει της γης τους πόνους

Γυμνός με του αυγερινού το πεντάρφανο διφραγκάκι ξαμολιέται ώς τη μαργαρίτα
και μαζεμένος δώς΄ του τιτιβίζει απάνω στων πουλιών το ξύπνημα μες στ’ αραιά φυλλώματα
ενώ στο πηγαδάκι πάνε κι έρχονται κι ανταμώνουν κάτι νεραϊδοκόριτσα

Τα θλιμμένα του μάτια παν ασσορτί στην πανάρχαια νοσταλγία
ο ήλιος δίκην νεγροβασιλέως εστεμμένου
σηκώνεται αργά-αργά απ’ του τενάγους τα εναγόμενα άγη

Το κεφάλι πέφτει του δανδή κούφιο καρύδι
το φλούδι του ήδη τη μια φυτρώνει και την άλλη σαπίζει
με ολόαδειο βλέμμα θρηνεί το ελάφι χάνεται στο δάσος

Η νυχτερίδα της κολάσεως την περγαμηνή της πτητικής συνθήκης
πετά και νανουρίζει στον μυχό μιας κοίλης γωνίας


FRANTIŠEK HALAS
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.