Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Ξέρεις πια ότι το φθινόπωρο, παραπάνω από το μουσκεμένο φτέρωμα των δένδρων...ήταν ένα ακυρωμένο ραντεβού, χαμένο ανάμεσά μας.

Iwan Iwanowitsch Schischkin: Rain in an oak forest, 1891
Iwan Iwanowitsch Schischkin (Иван Иванович Шишкин, 1832–1898) was a Russian landscape painter.

Στις μέρες της βροχής

Στη Mari Carmen

Θα ξέρεις δια της παρούσης ότι θα επιδεινωθεί η ζωή.
Mariano Maresca

[...]
II


Ο Νοέμβριος
μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί επιστρέφει πάλι
πάνω στις τέντες,
στις καρφίτσες από μίμηση μαργάρου,
στα φτηνά ντεμισεζόν παλτά
όπου εσύ κρυβόσουν
ξαφνικά και ο πόθος μου.

Κι επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης,
όπως η μελωδία
από ένα παλιό τραγούδι που θυμόμαστε.
Ξέρεις πια ότι το φθινόπωρο,
παραπάνω από το μουσκεμένο
φτέρωμα των δένδρων,
παραπάνω απ' το φως κι απ' τη γη την ίδια,
ήταν ένα ακυρωμένο ραντεβού, χαμένο ανάμεσά μας.

Τώρα
μας αγκαλιάζει ο χρόνος ασθενικά στα πόδια,
σπάζοντάς μας το βήμα, απομακρύνοντας τα φύλλα
των αναρρηχητικών,
ενώ όλα είναι ίδια και μας αναγγέλει
εκείνη την παλιά ανάμνηση μπερδεμένη από τις ώρες,
εκείνα τα καραβάνια
των ημερών χωρίς αίσθηση
που περνούσαν βουίζοντας μπροστά από τα μάτια,
που έφερναν μαζί τους
μονάχα δυο κορμιά ερωτευμένα ή φοβισμένα.

Και δεν είναι πια η συνήθεια να με πλησιάζεις,
παίρνοντάς μου τη ζώνη, ποθώντας σε
μ' έναν πόθο γαλάζιο σαν ένας άνεμος ήσυχος
ή να περνάς αργά
όταν βαραίνουν τα φύλλα κάτω απ' τα πόδια
και οι καμπάνες τρίζουν
σκαλωμένες στα δέντρα.

Και δεν είναι η συνήθεια να σ' ακολουθήσω,
να μάθω να σταματώ στις βιτρίνες
και να ακούω τη φωνή σου να φτάνει, κατρακυλώντας στο αυτί
σώζοντας την απόσταση
που ταιριάζει ανάμεσα σε δυο κορμιά.
Ήταν η ζωή λοιπόν
εκείνη που μας θύμιζε,
με τις ξεκάθαρες σειρήνες των καραβιών της
και τα κοσμήματά της,
ότι ακολουθούσε σφύζοντας ανάμεσά μας,
κατεστραμμένη,
νεφελώδης και εφήμερη
όπως το ξηρό σπέρμα
πάνω στο κρύο πια δέρμα
ότι τόσο έxουμε αγαπηθεί και σχεδόν πάντα.
Ή ίσως προτιμάμε
μια γιορτή έρωτα όπου συναντιόμαστε
για να καταφέρουμε να δούμε
αυτό που δεν ιδώθηκε ποτέ..

Δεν γνωρίζεις ότι το σώμα σου
τις νύχτες χωρίς καιρό όπως αυτή,
συγχέεται ξαφνικά με το χάραμα,
που το κρατά κοιμισμένο δίπλα μου.

Αλλά ο Νοέμβρης επιστρέφει
με την αδέξια υπομονή της πίστης
(τα ίχνη του έρωτα πάνω στους ώμους
όπως ένα καραβάνι με ανάκατες λεπτομέρειες),
και ίσως μπορεί να είναι μια κατάκτηση,
γιατί όλα είναι πιο σαφή.


Θυμάμαι
τις πρώτες αγκαλιές, μόνοι,
κολλημένοι στον τοίχο,
δραπετεύοντας από τη βροχή
μιας παλιάς πόλης,
φρεσκοερωτευμένοι ακόμη,
ευτυχισμένοι και νευρικοί.
Ή την ξαφνική υγρασία των μαλλιών σου
μουσκεμένα από έρωτα κι από την καταιγίδα
στους ανοιχτούς κάμπους
ίδια με τα κορμιά μας στην έξαψη του Αυγούστου.
Και τις νύχτες της κακόκεφης ειρήνης
όπου αγωνίζεται ο έρωτας ενάντια στο κρύο,
τουρτουρίζοντας κάτω από τα σύννεφα
πάνω στο κρεβάτι της παγωνιάς.
Και θυμάμαι
τη βροχή απαλή, αργή, να γρατζουνάει τα τζάμια
όπως γρατζουνάω το δέρμα σου,
με τον ίδιο τρόπο που ο χρόνος μας γρατζουνάει
κάποτε αποκαλύπτοντας
ότι είναι επίσης όμορφος ο έρωτας στην ανάκληση μνήμης
και τη συνενοχή.

Ανοίγουμε το μπαλκόνι
αλυχτώντας στο φεγγάρι
με το κορμί τεντωμένο ψηλά,
όμορφοι σαν λύκοι
που τώρα καταλαβαίνουν την κατεύθυνση απ΄την οποία έρχονται,
που τώρα γνωρίζουν την εποχή στην οποία ζουν.

Είναι ένα φως διαφορετικό
από τα περιβάλλοντα.

Πάνω στο δέρμα σου συνθλίβονται
οι σταγόνες της βροχής
και η γη εκτείνεται κηλιδωμένη σαν μια τίγρη.


[...]

Luis García Montero
Mετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

Bo Carpelan: Ψυχή δε συναντάει, στέκεται, κοιτάζει τον φθινοπωριάτικο ουρανό...


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΠΟΡΕΙΑ

Ένας άνθρωπος διασχίζει το δάσος
μια μέρα φωτεινή, μια μέρα σκοτεινή.
Ψυχή δε συναντάει,
στέκεται, κοιτάζει τον φθινοπωριάτικο ουρανό.
Τραβάει για το νεκροταφείο
και κανείς δεν τον ακολουθεί.

Bo Carpelan
Μετ. Δημοσθένης Κούρτοβικ



Ο Bo Carpelan(1926-) είναι ένας ποιητής Φινλανδός, σουηδόφωνος, που γεννήθηκε στο Ελσίνκι. Δημοσίευσε το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα το 1946 και έλαβε το διδακτορικό του το 1960. Ο Carpelan, που γράφει στα σουηδικά, έχει γράψει πολλά βιβλία ποίησης και πολλά διηγήματα και μυθιστορήματα. Το ποίημά του Σκληρός Χειμώνας, μελοποιήθηκε από τον συνθέτη Aulis Sallinen.


Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2009

Marisa del Frate-Claudio Villa : MALINCONICO AUTUNNO



Canzone napoletana vincitrice del Festival di Napoli 1957. Composta da De Crescenzo - Rendine fu portata al successo da Marisa del Frate. Ve la propongo con la magistrale voce di Claudio Villa

MALINCONICO AUTUNNO

Erano verde,
erano verde 'e ffronne,
e mo só' comm''e suonne perdute,
e mo sóngo ricorde 'ngiallute.

Dint'a chest'aria 'e lacreme
'e stó' guardanno,
cu 'o viento se ne vanno
pe' nun turná maje cchiù.

Malinconico autunno,
staje facenno cadé
tutt''e ffronne d''o munno
sulamente pe' me.

Chi mm'ha lassato pe' nun turná,
chisá a che penza, chisá che fa.
Ammore mio, nun só' stat'io,
si' stato tu. Pecché, pecché?

Malinconico autunno,
staje chiagnenno cu me.
Tutt''e ffronne d''o munno
staje facenno cadé.

Chi mm'ha lassato pe' nun turná,
chisá a che penza, chisá che fa.
Ammore mio, nun só' stat'io,
si' stato tu. Pecché, pecché?

Malinconico autunno,
a chest'ora addó' stá?
Malinconico autunno,
i' l'aspetto, stó 'cá.

Marisa del Frate-Malinconico autunno(1957)
(De Crescenzo,V - Rendine,F)


In italiano corrente

Erano verdi,
erano verdi le foglie,
ed ora sono come sogni perduti,
ed ora sono ricordi ingialliti.

In quest'aria di lacrime
le sto guardando,
col vento se ne vanno
per non tornare mai più.

Malinconico autunno,
stai facendo cadere
tutte le foglie del mondo
soltanto per me.

Chi mi ha lasciato per non tornare,
chissà a che pensa, chissà che fa.
Amore mio, non sono stata io,
sei stato tu. Perchè, perchè?

Malinconico autunno,
stai piangendo con me.
Tutte le foglie del mondo
stai facendo cadere.

Chi mi ha lasciato per non tornare,
chissà a che pensa, chissà che fa.
Amore mio, non sono stata io,
sei stato tu. Perchè, perchè?

Malinconico autunno,
a quest'ora dov'è?
Malinconico autunno,
io l'aspetto, sono quà



Marisa del Frate-Malinconico autunno(1957)

Maria Paris - Tammuriata d'autunno




TAMMURIATA D'AUTUNNO

Povero ammore mio, nun tène voce...
povero ammore mio, nun trova pace!...
'A luna luce, ma pe' mme nun luce...
ero felice e nun só' cchiù felice...
povero ammore...t'hanno miso 'ncroce!...

Giá è caduta quacche fronna,
more Estate e trase Autunno...
che ce faccio 'ncopp''o munno
senza 'e te?...

Mamma chiagne ma io nun chiagno...
chistu ccá è nu bruttu segno,
na fattura 'ncuoll'a me...

Che catena, che catena...
tu mme staje tanto luntano...
ma, si 'ncielo sponta 'a luna,
guardo 'ncielo e veco a te...

E' n'anno e st'uocchie mieje durmí nun pònno...
miracule, pe' me, nun se ne fanno...
ma, chella vota ca mme scappa a suonno,
tengo paura ca mme sonno a ninno...
Ah, che tristezza quanno 'a notte scenne!

Giá è caduta quacche fronna,
more Estate e trase Autunno...
che ce faccio 'ncopp''o munno
senza 'e te?...

Nuvole voglio 'ncielo a tutte ll'ore,
sempe tempeste voglio 'mmiez'ô mare,
te voglio accumparí, si mme ne moro,
'nnanze a chist'uocchie tuoje, matina e sera...
Ah, quanto t'odio...e quanto mme si' caro...

Giá è caduta quacche fronna,
more Estate e trase Autunno...
che ce faccio 'ncopp''o munno
senza 'e te?...

Αφιερωμένο στον αγαπητό φίλο Γιώργο Κεντρωτή που αγαπά τα ναπολιτάνικα!

Lungo un viale ingiallito d'autunno tristemente m' hai detto: è finita, è finito l'amor più vero, il più puro, il più splendido amor.


Carla Boni - Viale d'autunno (SANREMO 1953)

Lungo un viale ingiallito d'autunno
tristemente m' hai detto: è finita,
è finito l'amor più vero, il più puro,
il più splendido amor.

Ma una lacrima bagna il tuo viso,
quella lacrima dice al mio cuor:
Non potrò lasciarti più, mai più,
mai più, perché nel mio destino ci sei tu.

Non ci lasceremo mai, lo sai, lo sai,
se pure lo vorrai non potrai mai più !
Tutta una vita di dolcezze di tenerezze non può svanir.
I lunghi baci e le carezze,
le dolci ebbrezze non san mentir.

Lasciam parlare il cuor che vive in ansietà,
che trema di timor, e vuole questo amor...
o ne morirà !

Non potrò lasciarti più, mai più, mai più,
la gioia ed il dolore sei tu !
In questo viale senza sole.

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

Viento de otoño



Viento de otoño

Al quedarme solo,
siento frío en mi piel.
Y un extraño miedo
se apodera de mi ser.

Puedo oír tus pasos
y contarlos sin querer.
Despertar mil veces
antes del amanecer.

Y es por culpa de saber
que estás con él,
que he perdido en mis sueños
tu niñez.
Y aunque sufro amargamente,
yo jamás te dejaré
porque esta es mi forma de querer.

Pero el viento del otoño es así
y me aleja cada instante más de ti.
Ese viento que me arrastra
y se lleva tu calor
al fondo de unos brazos sin amor.

Esta es mi historia
sin capítulo final.
Vieja como el tiempo.
Triste como su verdad.
Falta de esperanza,
llena de sinceridad.
De increíbles horas,
de infinita soledad.

He querido olvidarte de una vez
y borrar tu fría imagen de mi ayer.
Pero sigo tercamente
intentando hacerte ver,
que tú eres sólo un juego para él.

¡Cuántas veces me he parado en tu portal,
he mordido golpe a golpe mi dolor!
Y llorando como un niño,
escondido en un rincón
cegado por los celos de mi amor.
De nuestro amor.
de nuestro amor
de nuestro amor

Danny Daniel

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

Charles Baudelaire: ...Χλωμή μου μαργαρίτα, τάχα δεν είσαι σαν κι εμέ ήλιος φθινοπωρινός, ω εσύ, που τόσο είσαι ψυχρή, λευκή μου Μαργαρίτα.


Φθινοπωρινό σονέτο

Τα μάτια σου τα διάφανα σαν κρούσταλλο, μου λένε
«Για σε, παράξενε εραστή, σαν τί να αξίζω τάχα;»
Μείνε όμορφη και σώπα! Αυτή η καρδιά που όλα της φταίνε,
εξόν απ' την πρωτόγονη αθωότητα μονάχα,

δε θέλει το σατανικό κρυφτό της να σου μάθει,
λικνίστρα που το χέρι σου σε ύπνους βαθιούς με κράζει,
ούτε το μαύρο θρύλο της που με φωτιάν εγράφη.
Μισώ το πάθος κι η πολλή ξυπνάδα με κουράζει.

Ας αγαπιόσαστε ήσυχα. Ο έρωτας στη σκοπιά του
τεντώνει το μοιραίο του τοξάρι σκοτεινός.
Ξέρω τί βρόχια στην παλιά, φυλάγει, αρματωσιά του.

τρέλλα και φρίκη κι έγκλημα!- Χλωμή μου μαργαρίτα,
τάχα δεν είσαι σαν κι εμέ ήλιος φθινοπωρινός,
ω εσύ, που τόσο είσαι ψυχρή, λευκή μου Μαργαρίτα.

Σαρλ Μπωντλαίρ, Απαγορευμένα ποιήματα
απόδοση: Γιώργος Σημηριώτης

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

Νιώθω να ταξιδεύω στα μάτια σου σ' απόμακρο φθινόπωρο: γκρίζος μπερές, φωνή πουλιού και καρδιά σπιτική όπου μετανάστευαν οι πιο βαθιές...


John Atkinson Grimshaw Wimbledon-Park
Ποίημα 6

Σε θυμάμαι όπως ήσουν το τελευταίο φθινόπωρο.
Ήσουν γκρίζος μπερές και καρδιά σε γαλήνη.
Στα μάτια σου τσακώνονταν του δειλινού οι φλόγες.
Και τα φύλλα έπεφταν στο νερό της ψυχής σου.
Κολλημένη στα μπράτσα μου σαν αναρριχητικό,
τα φύλλα μάζευαν την αργή και ήρεμη φωνή σου.
Φωτιά της έκπληξης όπου η δίψα μου καίγεται.
Γλυκός γαλάζιος υάκινθος πλεγμένος στην ψυχή μου.
Νιώθω να ταξιδεύω στα μάτια σου σ' απόμακρο φθινόπωρο:
γκρίζος μπερές, φωνή πουλιού και καρδιά σπιτική
όπου μετανάστευαν οι πιο βαθιές λαχτάρες μου
κι έπεφταν τα φιλιά μου ζωηρά σαν κάρβουνα.
Από καράβι ουρανός, από τον κάμπο λόφοι.
Η θύμησή σου είν' από φως, από καπνό, από λιμνούλα σε γαλήνη!
Πιο πέρα από τα μάτια σου φλεγόντουσαν τα δειλινά.
Φύλλα ξερά φθινοπωρινά στροβιλιζόνταν στην ψυχή σου.

Pablo Neruda, 1924
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

...γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά



ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τί γυρεύει το κορίτσι
στο σκοτάδι
της καρέκλας;
γρήγορα
καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται
με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι
με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες
βγάζει τα λουλούδια
πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού
βάφονται μες στο αίμα

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

Henry Wadsworth Longfellow: The morrow was a bright September morn; The earth was beautiful as if newborn;



The morrow was a bright September morn;
The earth was beautiful as if newborn;
There was nameless splendor everywhere,
That wild exhilaration in the air,
Which makes the passers in the city street
Congratulate each other as they meet.

Henry Wadsworth Longfellow



Henry Wadsworth Longfellow (February 27, 1807 – March 24, 1882) was an American educator and poet whose works include "Paul Revere's Ride", The Song of Hiawatha, and "Evangeline". He was also the first American to translate Dante Alighieri's The Divine Comedy and was one of the five members of the group known as the Fireside Poets.

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2009

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

Τα θλιμμένα μάτια... ποίηση του FRANTIŠEK HALAS, σε μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή


ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τσουλούφι βραδυκίνητο παράτολμων θελγήτρων στο τεθωρακισμένο επάνω της ομίχλης
των ρόδων κατεβάζει τις αλκοόλες ώς τον άσπρο πάτο
ξεθωριασμένων ημερών όψις τελεία δίχως καν παύλα

Από αίμα σκουριασμένο όλο λεκέδες κρέμεται το ρούχο στα θαμνάκια
της μέρας το ναυάγιο ρουφάει ακόμα και το πλήρωμα των ίσκιων
σκοτάδι κολακευτικό καταλαγιάζει της γης τους πόνους

Γυμνός με του αυγερινού το πεντάρφανο διφραγκάκι ξαμολιέται ώς τη μαργαρίτα
και μαζεμένος δώς΄ του τιτιβίζει απάνω στων πουλιών το ξύπνημα μες στ’ αραιά φυλλώματα
ενώ στο πηγαδάκι πάνε κι έρχονται κι ανταμώνουν κάτι νεραϊδοκόριτσα

Τα θλιμμένα του μάτια παν ασσορτί στην πανάρχαια νοσταλγία
ο ήλιος δίκην νεγροβασιλέως εστεμμένου
σηκώνεται αργά-αργά απ’ του τενάγους τα εναγόμενα άγη

Το κεφάλι πέφτει του δανδή κούφιο καρύδι
το φλούδι του ήδη τη μια φυτρώνει και την άλλη σαπίζει
με ολόαδειο βλέμμα θρηνεί το ελάφι χάνεται στο δάσος

Η νυχτερίδα της κολάσεως την περγαμηνή της πτητικής συνθήκης
πετά και νανουρίζει στον μυχό μιας κοίλης γωνίας


FRANTIŠEK HALAS
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.