Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Πότε θα 'ρθεί; Κατάμονες και θλιβερές στο σπίτι - στου φθινοπώρου τα χλωμά και κρύα δειλινά - οι νέες των επαρχιών κοιτάν στηλά το δρόμο κι αναστενάζουνε, γιατί κανένας δεν περνά...


ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ

Τις νέες συλλογίζουμαι στις απομακρυσμένες
τις επαρχίες, τα χλωμά και κρύα δειλινά,
όταν πίσω απ' το τζάμι τους κοιτάν' στηλά το δρόμο
κι αναστενάζουνε γιατί κανένας δεν περνά...

Τις συλλογιέμαι στις θαμπές του φθινοπώρου ημέρες,
όταν κοιτάνε τη βροχή να πέφτει στην αυλή τους
κι ανασηκώνουν στους στενούς τους ώμους τους το σάλι,
γιατί ένα ρίγος παγερό νιώθουν ως την ψυχή τους...

Συλλογιστήκατε ποτέ τις νέες στις επαρχίες,
που περιμένουνε να 'ρθεί, το βράδυ, η εφημερίδα,
για να διαβάσουν άπληστα το μυθιστόρημά της
και μάθουν τί απόγινε η όμορφη ηρωίδα;

Που ανταλλάσουν καρτ-ποστάλ -«ιδίως τοπία και άνθη»-
και διατηρούν ρομαντική, κρυφά, αλληλογραφία
μ' έναν άγνωστον, που μ' άπειρα χαρίσματα τον πλάθουν
κ' εκείνος είναι ένας γραφεύς σε κάποια Δημαρχία;

Που γράφουν καλλιγραφικά - και μ' ανορθογραφίες -
«σκέψεις» μέσ' σε λευκώματα παρμένες στα βιβλία
και που με μελαγχολικά ψευδώνυμα υπογράφουν,
όπως: «Ανέραστος Ψυχή» ή «Θλιβερά καρδία»;

Εγώ τις συλλογίζουμαι τις νέες αυτές, που είναι
της Έμμας Μποβαρύ αδερφές - και πάντα καρτεράνε
το Νέο τον ρομαντικό, τον πλούσιο, τον ωραίο,
που θα τους δώσει τη λαμπρή ζωή που λαχταράνε...

Πότε θα 'ρθεί; Πότε θα 'ρθεί από το γαλανό
βασίλειο της Χίμαιρας, μ' ερωτικά ανοιγμένη
την αγκαλιά, και να τον δουν να τους χαμογελά;
Τάχα γιατί τόσο πολύ ν' αργεί; Τί περιμένει;

Δεν ξέρει πως στην πένθιμη αυτήν αναμονή
λιώνουν οι άσπρες τους ψυχές σα μάταιες λαμπάδες;
Και δεν φοβάται, σα θα 'ρθεί μια μέρα, να μη βρει
σβηστό το φως και - αλίμονο- νεκρές τις Εστιάδες;

Πότε θα 'ρθεί; Κατάμονες και θλιβερές στο σπίτι
- στου φθινοπώρου τα χλωμά και κρύα δειλινά -
οι νέες των επαρχιών κοιτάν στηλά το δρόμο
κι αναστενάζουνε, γιατί κανένας δεν περνά...

Κώστας Ουράνης