Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Έρμαια του ανέμου τρίζουν σε κάθε φύσημα.


Τα φύλλα σέρνουν τα ξερά τους κορμιά στην άσφαλτο.
Έρμαια του ανέμου τρίζουν σε κάθε φύσημα.
Ιωάννα Μακρή

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2011

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ, μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες

Πόθος

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...

Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Μελαγχολία του Σεπτέμβρη με ρωτάει πότε θα σε δω Μα η βροχή του Σεπτέμβρη ξέρει πως θα 'ρθεις ξανά...

Peppino Di Capri - Μελαγχολία του Σεπτέμβρη

melancolie in settembre
mi dicevi tu non m'ami più
e fu così che in settembre
il sorriso tuo finì

fotografie forse un po' ingiallite
come le foglie che gia son cadute
solo un ricordo forse un po' sfocato
e tutto quello che mi resta di te

melancolie in settembre
ti chiedevo quando tornerai
non m'aspettar in settembre
quest'è l'ultimo per me

solo un ricordo forse un po' sfocato
e tutto quello che mi resta di te

melancolie in settembre


Μελαγχολία του Σεπτέμβρη
με ρωτάει πότε θα σε δω
Μα η βροχή του Σεπτέμβρη
ξέρει πως θα 'ρθεις ξανά

Φωτογραφίες μου θυμίζουν στιγμές
που 'σουν κοντά μου και αγαπούσα το φως
κι αναμνήσεις παίρνουν αγκαλιά τους
τις γκριζες ώρες και μου λείπεις πολύ

Μελαγχολία του Σεπτέμβρη με ρωτάει πότε θα σε δω
Δεν περιμένω καλοκαίρια η ζωή τελειώνει εδώ

Και οι αναμνήσεις παίρνουν αγκαλιά
τους τις γκρίζες ώρες και μου λείπεις πολύ

Μελαγχολία του Σεπτέμβρη

Κυριακή, 6 Μαρτίου 2011

Μη φοβάστε τον ξυλοκόπο που φορά τον φλοιό των δέντρων. Το πανωφόρι του θροΐζει με τα φύλλα του φθινοπώρου- Από την Κούπα του Τσαγιού! Βασίλης Ζηλάκος!


ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΟΥ ΒΕΛΟΥΣ

Χιόνι πέφτει κάτω απ' τα φύλλα μιας λεβάντας!

Λόγια, βλέμματα, κινήσεις δυσφορίας
καταβροχθίζονται με μανία
και γαλήνιος εγώ, απλώνω μπροστά μου την απώλεια.

Μη φοβάστε τον κυνηγό
που η ψυχή του είναι
το δέρμα του ζώου.

Μη φοβάστε τον ξυλοκόπο
που φορά
τον φλοιό των δέντρων.

Το πανωφόρι του θροΐζει με τα φύλλα του φθινοπώρου-

στέκεται γυμνός στην ημέρα

από μακριά κοιτάζει τα πεύκα που κοιμούνται.

Βασίλης Ζηλάκος
Η κούπα του τσαγιού

Τρίτη, 19 Οκτωβρίου 2010

Έχω φθινόπωρα μαζεμένα στις κούτες με τα παιχνίδια μου αποκεφαλισμένες μινιατούρες ζωής που επιστρέφουν να πάρουν το δικό μου κεφάλι τις νύχτες...

Φωτό: Σωτήρης Κανελλόπουλος


ανάκτηση

Ανασαίνει στο μαξιλάρι μου
βροχές μου ψιθυρίζει όταν κοιμάμαι
Γεωργών προσευχές ανεβαίνουν ως το τσαμπί που κρέμεται
στ' αφτί του Διόνυσου
Μπαίνει απ τις γρίλιες
τεμαχισμένο σε αχτίδες φωτός που στεφανώνουν τα γυμνά
πόδια του πρωινού
Στις αλάνες μυρίζει αίμα Σεπτεμβριάτικο
υγρά ποδοβολητά πάνε κι έρχονται
Τα ξερόφυλλα σκεπάζουν τα ονειρά μας να μη φοβηθούν στη
βροχή

Πόσο μακριά είναι το φθινόπωρο και πόσο κοντά
μια χούφτα βρόχινο νερό
που δεν σύναξε το χέρι κανενός γιατί κανένας δεν
προσπάθησε

Έχω φθινόπωρα μαζεμένα στις κούτες με τα παιχνίδια μου
αποκεφαλισμένες μινιατούρες ζωής που
επιστρέφουν να πάρουν το δικό μου κεφάλι τις νύχτες
να μην έχω να δω
να μην έχω να πω
να μην έχω να γευτώ
να μην έχω να ακούσω

να μάθω να χρησιμοποιώ χέρια και πόδια
 
Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος(αλαφροΐσκιωτος)

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

Γιώργος Αχαρνεύς: Έχει καρύδια ακόμη επάνω η καρυδιά Σ ο υ κι έχει ψηλώσει η μικρή μαγιομηλιά. Σ ο ύ 'χω μαζέψει κράνα, φρέσκα καρυδάκια κι άγρια φουντούκια από το δάσος, κοίτα, θές;


Φ Θ Ι Ν Ο Π Ω Ρ Ο

Πάει καιρός πού 'χα να 'ρθώ
μέχρι τον κήπο μας,
μα όλα είν' εδώ,
όπως τ' αφήσαμε πριν χρόνια.

Το μονοπάτι στου Χασιώτη
ολοκάθαρο,
κόκκινος θόλος αποπάνω του
οι κρανιές.

Όλος ο φράχτης,
υφαντό με κληματσίδες,
στον πάνω τοίχο
κοκκινίζουν τα βατόμουρα,

οι βυσσινιές πληθύναν,
γέμισαν τον τόπο,
το καλυβάκι
στολισμένο με κισσούς...

Δίπλα στη ρίζα
της παλιάς αφροξυλιάς
χαλί πανέμορφο
από τα κυκλαμινάκια.

Έχει καρύδια ακόμη επάνω
η καρυδιά Σ ο υ
κι έχει ψηλώσει
η μικρή μαγιομηλιά.

Σ ο ύ 'χω μαζέψει
κράνα, φρέσκα καρυδάκια
κι άγρια φουντούκια από το δάσος,
κοίτα, θές;

Π΄ά ν τ α είσ' εδώ κι ας λείπεις
-πάνε τόσα χρόνια-,
πλανιέται η εικόνα Σ ο υ παντού,
σ' ότι κι αν άγγιξες...

Γιώργος Αχαρνεύς
ΓΡΕΒΕΝΙΤΙ 1006
(*) Από τον κύκλο "ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ"

Παρασκευή, 1 Οκτωβρίου 2010

Στο δρόμο ξερόφυλλα τρέχουν, γλιστρούν οι σκιές στο σταθμό, ξάφνου φως, μαγικός σκοπός, ξεκλειδώνει τη καρδιά του καθενός.


Χορός με την βροχή

Ανάβουν στην πόλη τα φώτα,
στο χολ περπατώ μοναχή,
φτάνω εκεί που σαν φυλακή
με κυκλώνει η ερημιά
ως την ψυχή.

Στο δρόμο ξερόφυλλα τρέχουν,
γλιστρούν οι σκιές στο σταθμό,
ξάφνου φως, μαγικός σκοπός,
ξεκλειδώνει τη καρδιά του καθενός.

Μοιάζει γιορτή
σε κάποιαν άλλη εποχή
και νοσταλγώ
ένα χορό με τη βροχή.

Ρολόι δεν έχω μαζί μου,
κρατώ το μπαλκόνι ανοιχτό,
νιώθω πως χάδι κι αδερφός
είναι πάλι συντροφιά μου ο καιρός.

Ερμηνεία: Κορίνα Λεγάκη
Μουσική: Αρμός
Στίχοι: Κώστας Μπουρναζάκης

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Η βροχή με βοηθάει άλλοτε να ματώνω βουβά κι άλλοτε να δείχνω κατανόηση σ' μένα. Ναι, στ' αλήθεια, ακόμη κ α ι σ' εμένα!




ΣΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Ένα ακαθόριστο άρωμα καλοκαιρινής βροχής και βρεγμένου χώματος, με ώθησε σήμερα και να υποδεχτώ το συννεφιασμένο πρωινό του Ιούνη. Από νωρίς χτες βράδυ, άφησα τον ύπνο να με τυλίξει λες κι ήταν το βαρίδιο κάποιου πρόχειρου (και) μικρού θανάτου.

Πάντα μού άρεσε η μυρωδιά που αναδύει το βρεγμένο χώμα, αν και θυμάμαι την καλή μας γειτόνισσα, την κυρα Φρόσω, να με μαλώνει για την 'κακή' μου συνήθεια. «Όχι, όχι, μικρή μου! Μη βγαίνεις έξω, δεν κάνει να εκτίθεσαι σε νοσταλγίες νεκρών». Δεν ξέρω πώς η, τόσο όμορφη οσμή της βροχής, μπορεί να συνδεθεί με τόσο αρνητικά ακραίους συνειρμούς.

Όμως, στα πρώτα νεανικά σου χρόνια, ποιος φοβάται τις αναμνήσεις των νεκρών ή τον ίδιο του τον φυσικό θάνατο; Έτσι, έτρεχα έξω, να πάρω όσο πιο βαθιές ανάσες μπορούσαν να αντέξουν οι πνεύμονές μου, πηγαίνοντας κόντρα σε όλους κι όλα, ακόμα και στη θρησκόληπτη τρυφερότητα της παλιάς μας γειτόνισσας.

Ίσως ήμουν απέραντα κουρασμένη χτες βράδυ, ίσως πάλι παραδόθηκα σε νόστους χαμένων ελπίδων και παραδείσων, τις οποίες βαθιά νοστάλγησα, έψαξα να βρω και ν' ανακτήσω στη ζωή μου. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τις αναμνήσεις του, αυτές σχεδόν καθοδηγούν τα αντανακλαστικά του, τις απώλειες, τα κέρδη κι αυτές (οι αναμνήσεις) αποτελούν έναν σημαντικό τυφλοσούρτη του.

Αρκεί τούτος ο σκοτεινός λαβύρινθος, προσωπικό μονοπάτι, να μη μεταβληθεί στην πορεία σε Κρεβάτι του Προκρούστη. Στο πρόσωπο της γερασμένης παραμάνας, της Ευρύκλειας, βρήκε άραγε τις αναμνήσεις και τις μελλοντικές του προσδοκίες που είχε ονειρευτεί ο μυθικός Οδυσσέας; Το παλιό σημάδι, με το οποίο η πιστή τροφός αναγνώρισε τον ταξιδιώτη των γαλάζιών πόντων και των ωραίων μύθων, είναι πράγματι το πολυπόθητο σύμβολο της Ιθάκης, που λίγο πολύ ψάχνουμε όλοι, με το λίκνο του άστρου;

Πληγώνουν θαρρώ πάρα πολύ οι επιθυμίες, στοιχειώνουν τους εσωτερικούς μας κόσμους, κάνοντας το μαγευτικό τραγούδι των Σειρήνων να μοιάζει με τρομακτικά επίπλαστη μάσκα, Τη χάρτινη μάσκα μιας ξεχασμένης γιορτής καρναβαλιού, όπου πίσω της δεν υπάρχει κανείς που θα σου χαμογελάσει κοιτάζοντάς σε. Και το γνωρίζεις, το ξέρεις πλέον καλά, πως κανένας οικείος σου άνθρωπος δεν σε περιμένει, όσο κι αν το αναπόλησες, νοστάλγησες, γύρεψες να βρεις και ν' ανταμώσεις.

Ανατριχιάζω σ' αυτές τις σκέψεις μου, νιώθω ακόμη πολύ ευάλωτη κι ανήμπορη, αφού ο βαρύς ύπνος της προηγούμενης νύχτας, με κρατάει στη λευκή του οκνηρία. Το λευκό εμπεριέχει μέσα του όλα τα χρώματα, έτσι τουλάχιστον έχω ακούσει να λένε. Λευκά κρίνα, λευκά κελιά, το λευκό της αθωότητας, του εξαγνισμού, τη αναστάσιμης λαμπάδας. Του Όλου και του Τίποτα.

Σαν το άσπρο σάβανο του βιβλικού Λάζαρου, αυτόν που εναγωνίως ζήτησε να επιστρέψει στον κόσμο των νεκρών. Ξέρεις, έρχονται στιγμές που, λαβωμένος σκληρά στην ψυχή σου, δεν μπορείς -ούτε καν αντέχεις, να παραμένεις άλλο στη ζωή και στις επάλξεις της Επιθυμίας σου. Σε τούτες τις στιγμές, το μόνο που αποζητάς είναι να αφεθείς στην αδιάφορη, και συνάμα γεμάτη καλοσύνη, ροή του ποταμού. Του αργού θανάτου, μ' άλλα λόγια.

Πόσο πονάει η σήψη; Πόσες ώρες πολύτιμής πλησμονής, χάνουν ή κερδίζουν τα ρολόγια δίχως αριθμούς και λεπτοδείκτες, εντέλει; Σε πόσα κομμάτια μπορεί να σκιστεί, να κουρελιαστεί το σάβανο των νεκρών και τα λευκά σεντόνια των εραστών;

Πυρπολούμαι στις λευκές σελίδες των άγραφων ποιημάτων μου, έχω γίνει το παρανάλωμα, η στάχτη της εμπειρίας μου.

Έτσι 'απλά' παραμέρισα την πέτρα της υπομονής, μαζί με το βαρύ λιθάρι μιας πρώιμης λήθης κι ακούσιας λήθης μου. Για να τολμώ, τώρα πια, ν' αντικρίζω τον κόσμο μέσα στην πάλλευκη απορία ενός μικρού παιδιού. Η βροχή με βοηθάει άλλοτε να ματώνω βουβά κι άλλοτε να δείχνω κατανόηση σ' μένα. Ναι, στ' αλήθεια, ακόμη  κ α ι  σ' εμένα!

Στου κύκλου τα γυρίσματα, δεν ωφελεί να κλαις δίπλα στα ερείπια των (κάποτε) φιλόξενων πατρίδων και να καρδιοχτυπάς στους ρυθμούς εξαίσιων και αθέατων θιάσων. Μάς ταλανίζουν βέβαια οι εκάστοτε κρίσεις, και τα αδιέξοδα, όμως ό,τι αναγεννιέται από την ίδια του την τέφρα, πιθανόν να μη βυθιστεί ξανά σε αναμνήσεις, που μόνο πια να σε πληγώνουν μπορούν.


Χρυσούλα Βακιρτζή


Τρίτη, 22 Ιουνίου 2010

Μάνος Ξυδούς... Φθινόπωρο



Φθινόπωρο

Φθινόπωρο πάλι, οι σκέψεις φωνάζουν
γυάλινα όνειρα σπας και πονούν.
Λόγια της βροχής ακούς που σε τρομάζουν
οι μέρες αλλάζουν, μα δύσκολα περνούν.

Και θυμάσαι τα μάτια που τότε φιλούσες
θυμάσαι τα δάκρυα που σβήναν φωτιές
θυμάσαι αγκαλιές ζεστές αν πονούσες
θυμάσαι τα χέρια που κλείναν πληγές.

Φθινόπωρο πάλι, οι σκέψεις αράζουν
σε μαύρα σύννεφα του δειλινού
λόγια της βροχής τα όνειρα σκουριάζουν
και πάνω τους βλέπεις τα χρόνια να περνούν.


Στίχοι: Εβίτα Μπουρμά
Μουσική: Μάνος Ξυδούς