Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Είν' έρμαια στα χέρια του κενού του κόσμου όλα τα ύψη και τα βάθη. Στον κήπο της αγάπης που εμαράθη πέφτουν πικρά τα δάκρυα τ' ουρανού.



Η ΒΡΟΧΗ

Στάλες αργές, μονότονες στα φύλλα,
που κλαίνε σιωπηλά το χωρισμό.
Στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό
τρέμουν κρυφά τα μέταλλα τα ξύλα.

Και μέσα μου ξυπνά μ΄ ένα λυγμό
του κόσμου το πανάρχαιο σαράκι.
Και χύνεται της μνήμης το φαρμάκι
στου νου μου τον αδιάκοπο σφυγμό.

Θολό μες απ' τα σύννεφα το φώς
τα μάτια μου βαραίνει μουσκεμένο
και μάταια ν αστράψει περιμένω
κι ο έρωτας του πόνου αδερφός.

Είν' έρμαια στα χέρια του κενού
του κόσμου όλα τα ύψη και τα βάθη.

Στον κήπο της αγάπης που εμαράθη
πέφτουν πικρά τα δάκρυα τ' ουρανού.

Γιώργος Ανυφαντής
Από τη συλλογή "Το ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ"

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Μικρές μικρές βροχοσταγόνες σ'ένα σκοπό που τυραννά κι ώρες νεκρές, στιγμές αιώνες να ισορροπώ στο πουθενά...


Lambert, La pluie a Paris


Βροχοσταγόνες

Μικρές μικρές βροχοσταγόνες
σ'ένα σκοπό που τυραννά
κι ώρες νεκρές, στιγμές αιώνες
να ισορροπώ στο πουθενά

Κι η φθινοπωριά μέσα μου κι έξω
νοτιάς φυσάει ανιαρός
ναι το ξέρω είχα πει θ' αντέξω
μα δεν βοηθάει κι ο καιρός

Κάποια ποτά είναι μια λύση
κοιμάται η μνήμη προσωρινά
αλλά μετά σαν θα ξυπνήσει
σαν ένα αγρίμι θα 'ρθει ξανά

Κι η φθινοπωριά μέσα μου κι έξω
κι ένας αέρας ανιαρός
ναι το ξέρω είχα πει θ' αντέξω
μα δεν βοηθάει κι ο καιρός

Γιάννης Καλαμίτσης

Vivaldi: Φθινόπωρο...



Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

...κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω εσένα που μαδώντας διάθεση εποχής υλοποιείσαι αγέρας από παντού καταφτάνεις πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα




“μινόρε χρυσάνθεμα”



"Εδώ τα καλά νερά
κι εκεί
οι βωμοί οφθαλμοί που ανθρωποστάλαζαν"




χιτώνας φθινοπώρου εν πλω
από τις επιθέσεις του καιρού δε γλίτωσα
και τα γαλάζια μου υψώματα
κι η άμμος αντιστάσεις μου
ακτές μου πίσω

κι όταν περνάει το καράβι σου
ανοιχτά από το γέλιο των τρελών
φωνάζοντας τσάκισμα ναυαγός αλιεύομαι

τμήμα διάτασης στο τιρκουάζ σκουλαρίκι σου μάγισσα
δίχως το θέλω λυγούν τα γόνατα των φράσεων
και με ρίχνουν κάτω
φορτίο στην πιο ακμή του
κι ένα χερούλι να πιαστώ άρση δεν έχω
εσένα

που μαδώντας διάθεση εποχής
υλοποιείσαι αγέρας από παντού καταφτάνεις

πνέοντας μινόρε χρυσάνθεμα



Σωκράτης Ξένος

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2009

Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω πως στη ψυχή μου μέσα τρέχει εγώ δεν έχω άλλο πόθο απ' το να 'ρθεις τώρα που βρέχει....



Η βροχή - Οπισθοδρομική Κομπανία

Κοιτάζω τη βροχή και κλαίω
και τάζω στο Θεό για να 'ρθεις
μεγάλα λόγια εγώ δε λέω
αλλά φοβάμαι μη μου πάθεις.

Κοιτάζω τη βροχή, βροχή μου
ίδια τα μάτια σου καλή μου
κι όπως κυλά στα πεζοδρόμια
γυρνάει ο νους σε ονειροδρόμια.

Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω
πως στη ψυχή μου μέσα τρέχει
εγώ δεν έχω άλλο πόθο
απ'το να 'ρθεις τώρα που βρέχει.


Κοιτάζω τη βροχή, βροχή μου
ίδια τα μάτια σου καλή μου
κι όπως κυλά στα πεζοδρόμια
γυρνάει ο νους σε ονειροδρόμια.

Στίχοι: Βαγγέλης Κωνσταντινίδης
Μουσική: Θοδωρής Παπαδόπουλος

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Τα καμένα χαϊκού: Φθινοπωρινή βροχή, ρέκβιεμ στα δάση, μαύρη Αττική.


Egon Schiele (1890-1918)
Autumn Sun, 1914
Oil on canvas, 100 x 120.5 cm
Private Collection, Courtesy Eykyn Maclean, LLC

Βρέχεις Θεέ μου,
στα καμένα βουνά μας,
η φύση θρηνεί.

***

Πέφτεις βροχή μου,
πλύνε τις στάχτες και τη
μαύρη μας ψυχή.

***

Βουνά καμένα
Πεντέλη και Πάρνηθα
τόπος κρανίου.

***

Φωτιές στα δάση
κόλαση οι φλόγες και
στάχτη η ψυχή.

***

Γύρω καμένα
στη μέση μια βίλα με
θέα στις στάχτες.

***

Τα αυθαίρετα
σπίτια σαν μανιτάρια
φυτρώνουν παντού.

***

Φθινοπωρινή
βροχή, ρέκβιεμ στα δάση
μαύρη Αττική.


Φωτό: Renato Srepel

Παρασκευή, 04 Σεπτεμβρίου 2009

Χρυσό το δάσος άφησε άφωνο και το φθινόπωρο...


Ilya Ostroukov, Golden Autumn

Βροχή στο χώμα,
σπουργίτης στο τζάμι σου,
σ' αναζητάω.

***

Ξαφνική βροχή
τα φύλλα ξεράθηκαν
υγρά τα μάτια.

***

Φτωχός σπουργίτης
στο παράθυρο, ζητώ
την αγάπη σου.

***

Χρυσό το δάσος
άφησε άφωνο και
το φθινόπωρο

Κυριακή, 09 Αυγούστου 2009

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ...


Η μέρα που έζησα

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει
την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει
έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη
πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ
ένα αεράκι με παίρνει απ' το χέρι
κι εγώ αφήνομαι να δω άλλα μέρη
σ' ένα παγκάκι μία εφημερίδα
πατάω πάνω κι αλλάζω σελίδα
το φαναράκι που πάντα με κοίταζε
όταν το άγγιξα έσβησε, νύσταζε
του ήλιου η άκρη αρχίζει να φαίνεται
κι αλήτης σκύλος με διώχνει, σιχαίνεται
σε καγκελάκι με θέα περπάτησα
σαν αστρονάυτης ανάλαφρα πάτησα
θαλασσινή μυρωδιά με προσπέρασε
και λίγους κόκκους απ' άμμο με κέρασε
φεύγω ψηλά, διασχίζω σοκάκια
σαν μέσα σε όνειρο με χάρτη πλακάκια
σιγά σιγά κατεβαίνω γυρίζοντας
ο αέρας έφυγε μόνος, σφυρίζοντας
σ' ένα παλτό απαλά ακουμπάω
παραπατάει, το νιώθω, γελάω
τραγούδι ακούγεται και μοιάζει αγάπης
στην αγκαλιά τους είμαι λαθρεπιβάτης
γλιστράω, πέφτω, στη γόβα της στέκομαι
και σταματάει, φοβάμαι, προσεύχομαι
τα δάχτυλα της ψηλά με σηκώνουν
και με χαρίζει καθώς με στριμώχνουν
η κίνησή της μου δίνει αξία
νιώθω στολίδι σε ξένη αταξία
έγινα ενθύμιο της νύχτας που πέρασε
κι έμεινα μέσα σε σπίτι που γέρασε
για να θυμίζω για πάντα τί άρχιζε
τη μόνη μέρα που έζησα, κι άξιζε.

Καλόγερος

Δευτέρα, 01 Ιουνίου 2009

Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα· κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα, όλο μου το αίμα ήταν βοή! K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι


Το Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι...
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο...
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή...
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!...

Άγγελος Σικελιανός
(από τον Λυρικό Bίο, Β΄, Ίκαρος 1968)

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2009

Joan Margarit : σ' αυτόν τον ξερό κήπο ενός φθινοπώρου με τα φαντάσματα των ρόδων. Ο κήπος της νιότης μου: η αυλή του φόβου.


Foto: vineyards, flickr

Τρεις γυναίκες

Αυτή τη φωτογραφία τη βγάλαμε
τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.
Είναι στον κήπο, στην πραγματικότητα στην αυλή
την παραμελημένη, στο πίσω μέρος του σπιτιού.
Κανείς απ' όσους είμαστε δεν χαμογελά.
Ο φόβος διαποτίζει τα ρούχα μας
φθαρμένα και μπαλωμένα πολλές φορές,
ακριβώς όπως και οι οικογένειες.
Κοιτάμε την κάμερα: η μητέρα μου
με τα μαλλιά της χτενισμένα κότσο σαν σε ταινία
της κατεχόμενης Γαλλίας, και η γιαγιά μου
να κουνάει ένα μαντίλι στα χέρια της
σ' έναν γιο, που ακόμα βρίσκεται στη φυλακή.
Την άλλη γυναίκα σχεδόν δεν τη θυμάμαι:
μία θεία μου, αδύνατη από τα βάσανα,
που πέθανε από καρδιά μετά από μερικούς μήνες.
Ανάμεσα στις τρεις, σε ποδήλατο, σοβαρός
σαν ένας ενήλικος, τεσσάρων χρόνων.
Πόσο λίγα μένουν πια
φυλαγμένα στο καλύβι της μνήμης,
που βλέπει σ' αυτόν τον ξερό κήπο ενός φθινοπώρου
με τα φαντάσματα των ρόδων.
Ο κήπος της νιότης μου: η αυλή του φόβου.

Joan Margarit
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη