Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Η βροχή με βοηθάει άλλοτε να ματώνω βουβά κι άλλοτε να δείχνω κατανόηση σ' μένα. Ναι, στ' αλήθεια, ακόμη κ α ι σ' εμένα!




ΣΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ

Ένα ακαθόριστο άρωμα καλοκαιρινής βροχής και βρεγμένου χώματος, με ώθησε σήμερα και να υποδεχτώ το συννεφιασμένο πρωινό του Ιούνη. Από νωρίς χτες βράδυ, άφησα τον ύπνο να με τυλίξει λες κι ήταν το βαρίδιο κάποιου πρόχειρου (και) μικρού θανάτου.

Πάντα μού άρεσε η μυρωδιά που αναδύει το βρεγμένο χώμα, αν και θυμάμαι την καλή μας γειτόνισσα, την κυρα Φρόσω, να με μαλώνει για την 'κακή' μου συνήθεια. «Όχι, όχι, μικρή μου! Μη βγαίνεις έξω, δεν κάνει να εκτίθεσαι σε νοσταλγίες νεκρών». Δεν ξέρω πώς η, τόσο όμορφη οσμή της βροχής, μπορεί να συνδεθεί με τόσο αρνητικά ακραίους συνειρμούς.

Όμως, στα πρώτα νεανικά σου χρόνια, ποιος φοβάται τις αναμνήσεις των νεκρών ή τον ίδιο του τον φυσικό θάνατο; Έτσι, έτρεχα έξω, να πάρω όσο πιο βαθιές ανάσες μπορούσαν να αντέξουν οι πνεύμονές μου, πηγαίνοντας κόντρα σε όλους κι όλα, ακόμα και στη θρησκόληπτη τρυφερότητα της παλιάς μας γειτόνισσας.

Ίσως ήμουν απέραντα κουρασμένη χτες βράδυ, ίσως πάλι παραδόθηκα σε νόστους χαμένων ελπίδων και παραδείσων, τις οποίες βαθιά νοστάλγησα, έψαξα να βρω και ν' ανακτήσω στη ζωή μου. Ο άνθρωπος είναι πλασμένος από τις αναμνήσεις του, αυτές σχεδόν καθοδηγούν τα αντανακλαστικά του, τις απώλειες, τα κέρδη κι αυτές (οι αναμνήσεις) αποτελούν έναν σημαντικό τυφλοσούρτη του.

Αρκεί τούτος ο σκοτεινός λαβύρινθος, προσωπικό μονοπάτι, να μη μεταβληθεί στην πορεία σε Κρεβάτι του Προκρούστη. Στο πρόσωπο της γερασμένης παραμάνας, της Ευρύκλειας, βρήκε άραγε τις αναμνήσεις και τις μελλοντικές του προσδοκίες που είχε ονειρευτεί ο μυθικός Οδυσσέας; Το παλιό σημάδι, με το οποίο η πιστή τροφός αναγνώρισε τον ταξιδιώτη των γαλάζιών πόντων και των ωραίων μύθων, είναι πράγματι το πολυπόθητο σύμβολο της Ιθάκης, που λίγο πολύ ψάχνουμε όλοι, με το λίκνο του άστρου;

Πληγώνουν θαρρώ πάρα πολύ οι επιθυμίες, στοιχειώνουν τους εσωτερικούς μας κόσμους, κάνοντας το μαγευτικό τραγούδι των Σειρήνων να μοιάζει με τρομακτικά επίπλαστη μάσκα, Τη χάρτινη μάσκα μιας ξεχασμένης γιορτής καρναβαλιού, όπου πίσω της δεν υπάρχει κανείς που θα σου χαμογελάσει κοιτάζοντάς σε. Και το γνωρίζεις, το ξέρεις πλέον καλά, πως κανένας οικείος σου άνθρωπος δεν σε περιμένει, όσο κι αν το αναπόλησες, νοστάλγησες, γύρεψες να βρεις και ν' ανταμώσεις.

Ανατριχιάζω σ' αυτές τις σκέψεις μου, νιώθω ακόμη πολύ ευάλωτη κι ανήμπορη, αφού ο βαρύς ύπνος της προηγούμενης νύχτας, με κρατάει στη λευκή του οκνηρία. Το λευκό εμπεριέχει μέσα του όλα τα χρώματα, έτσι τουλάχιστον έχω ακούσει να λένε. Λευκά κρίνα, λευκά κελιά, το λευκό της αθωότητας, του εξαγνισμού, τη αναστάσιμης λαμπάδας. Του Όλου και του Τίποτα.

Σαν το άσπρο σάβανο του βιβλικού Λάζαρου, αυτόν που εναγωνίως ζήτησε να επιστρέψει στον κόσμο των νεκρών. Ξέρεις, έρχονται στιγμές που, λαβωμένος σκληρά στην ψυχή σου, δεν μπορείς -ούτε καν αντέχεις, να παραμένεις άλλο στη ζωή και στις επάλξεις της Επιθυμίας σου. Σε τούτες τις στιγμές, το μόνο που αποζητάς είναι να αφεθείς στην αδιάφορη, και συνάμα γεμάτη καλοσύνη, ροή του ποταμού. Του αργού θανάτου, μ' άλλα λόγια.

Πόσο πονάει η σήψη; Πόσες ώρες πολύτιμής πλησμονής, χάνουν ή κερδίζουν τα ρολόγια δίχως αριθμούς και λεπτοδείκτες, εντέλει; Σε πόσα κομμάτια μπορεί να σκιστεί, να κουρελιαστεί το σάβανο των νεκρών και τα λευκά σεντόνια των εραστών;

Πυρπολούμαι στις λευκές σελίδες των άγραφων ποιημάτων μου, έχω γίνει το παρανάλωμα, η στάχτη της εμπειρίας μου.

Έτσι 'απλά' παραμέρισα την πέτρα της υπομονής, μαζί με το βαρύ λιθάρι μιας πρώιμης λήθης κι ακούσιας λήθης μου. Για να τολμώ, τώρα πια, ν' αντικρίζω τον κόσμο μέσα στην πάλλευκη απορία ενός μικρού παιδιού. Η βροχή με βοηθάει άλλοτε να ματώνω βουβά κι άλλοτε να δείχνω κατανόηση σ' μένα. Ναι, στ' αλήθεια, ακόμη  κ α ι  σ' εμένα!

Στου κύκλου τα γυρίσματα, δεν ωφελεί να κλαις δίπλα στα ερείπια των (κάποτε) φιλόξενων πατρίδων και να καρδιοχτυπάς στους ρυθμούς εξαίσιων και αθέατων θιάσων. Μάς ταλανίζουν βέβαια οι εκάστοτε κρίσεις, και τα αδιέξοδα, όμως ό,τι αναγεννιέται από την ίδια του την τέφρα, πιθανόν να μη βυθιστεί ξανά σε αναμνήσεις, που μόνο πια να σε πληγώνουν μπορούν.


Χρυσούλα Βακιρτζή