Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Κ' η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει χρυσή, μετάξινη, απ' τα βάθη της σιωπής' έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθής

Φωτό: Μanifesto


Φθινοπωρινή νύχτα

Είν' έτσι ωραία απόψε η δύση
των δέντρων, καθώς πορφυρώνει, το χρυσό,
που λες η μέρα πριν να σβύσει
το θάνατό της κάνει επίσημο κι' αργό.

Το σούρουπο στα ρόδα πάνω
είν' έτσι διάφανο, ήσυχο, απαλό,
που δεν εκλείσαν όλα και το χέρι βάνω
και κόφτω ένα για σένα ρόδο αχνό.

Έτσι τα φύλλα σιγανά θροούνε
τώνα με τ' άλλο ή όλα μαζύ,
όπου δεν ξέρω αν τα χείλη σου γελούνε
ή αν το δάσος τρέμει στη σιγή.

Το ποταμάκι στο λειβάδι τρέχει
έτσι γλυκά - γλυκά που λες
των καλαμιών τα γαλαζόφυλλα πως βρέχει
ή πως εσύ από αγάπη κλαις.

Κ' η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει
χρυσή, μετάξινη, απ' τα βάθη της σιωπής'
κι' έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει
που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθής.

Ένα ποίημα του Henri de Renie σε μετάφραση Γιώργου Σημηριώτη - (τεύχος 3, Δεκ. 1936, του 15/θήμερου περιοδικού "Γαλλική Ανθολογία")

Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2008

Χωρίς τσοπάνο τα βουνά Χωρίς ζευγά οι κάμποι Κι ο ήλιος μες στα σύννεφα Σα σπαρματσέτο λάμπει.



Οι μήνες του Φθινόπωρου

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, οκτώ κιλά δεν έκαμες.
Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οκτώ σειρές στ' αλώνι.

Νοέμβρη οργώματα κι ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
Ο Νοέμβρης έκλεισε, τα ζευγάρια είναι στον στάβλο


Οκτώβριος

Καλώς τον κυρ Οκτώβρη
Που δίνει δροσερό
Στα διψασμένα χείλη
Το γάργαρο νερό.
Καλώς τον που ανοίγει
Και πάλι τα σχολεία
Και γράμματα μαθαίνει
Τα φρόνιμα παιδιά.

Συλλογή Α. Αργυρόπουλου


Νοέμβριος

Χωρίς τσοπάνο τα βουνά
Χωρίς ζευγά οι κάμποι
Κι ο ήλιος μες στα σύννεφα
Σα σπαρματσέτο λάμπει.

Αντώνης Βώττης

Στις αρχές του φθινοπώρου μη γυρίσεις να με βρεις θα ‘χουνε αλλάξει όλα σαν τα χρώματα της γης.





Στις αρχές του φθινοπώρου

Στις αρχές του φθινοπώρου
πέσαν κάμποσες βροχές
και σκορπίσανε τα φύλλα
σαν παλιοί συμμαθητές
κι ανοιχτήκαν οι ομπρέλες
και βραχήκαν οι φωτιές
και πεθάναν καλοκαίρια
μόνα στις ακρογιαλιές.

Στις αρχές του φθινοπώρου
κάτι έχω να σου πω
πως το στέμμα ήταν ψέμα
βασιλιάς δεν είμαι εγώ
και του ρολογιού η ώρα
ήταν ψέματα κι αυτή
σου ‘πα είναι εφτά και δέκα
κι ήταν δέκα και μισή.

Στις αρχές του φθινοπώρου
θα κλειδώσω δυο ζωές
τα κειδιά τους θα πετάξω
στου μεσημεριού το χτες
στις αρχές του φθινοπώρου
μη γυρίσεις να με βρεις
θα ‘χουνε αλλάξει όλα
σαν τα χρώματα της γης.


Ελευθερία Αρβανιτάκη
Μουσική Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι Λάκης Λαζόπουλος

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2008

Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό και συννεφιασμένο, θα 'ρθω να σε βρω, δε θα περιμένω...



ΑΣΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει
τ’ άνθη τα στερνά
μια ζωή πεθαίνει
μια ζωή περνά -
τάχα σε προσμένει
μια άνοιξη ξανά;
Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου ν’ απλώσει
μια στερνή ευωδιά
μια φωνή σωπαίνει,
μια χαρά χαμένη
μέσα στην καρδιά -
τα στερνά τα φύλλα
παίρνει το φθινόπωρο
γύρω απ’ τα κλαδιά.


ΚΙ ΟΤΑΝ

Κι όταν φτάσει η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ' άνθη,
σαν έναν καιρό θα σε περιμένω.
Κι όταν έρθει πάλι και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό θα σε περιμένω.
Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω,
δε θα περιμένω.


Kωνσταντίνος Χατζόπουλος

Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.


Μια φίλη

To τραγούδι εδώ

Ξεβάφεται σαν ίσκιος στον καθρέφτη
πριν κοιμηθεί ξημέρωμα θαμπό
Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.

Τριάντα επτά,σε γλέντι γενεθλίων
της είχαν πει πως θα 'τανε κι αυτός
οι μέρες της κεράκια των αθλίων
κι η νύχτα σβήνει μέσα της το φως.

Μια μουσική τα πάθη της μαζεύει
σαν τη βροχή σε γάμο μυστικό
μια νάρκη που τα μέλη της κηδεύει
αφίλητα στον άδειο ουρανό.

Τριάντα επτά, σε γλέντι γενεθλίων
της είχαν πει πως θα 'τανε κι αυτός
οι μέρες της κεράκια των αθλίων
κι η νύχτα σβήνει μέσα της το φως.

Ξεβάφεται σαν ίσκιος στον καθρέφτη
πριν κοιμηθεί ξημέρωμα θαμπό
Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.

Διονύσης Καψάλης

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2008

Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει· τα παλιολούλουδα σαπίζουνε στους κήπους...


ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΑΣΥΝΕΤΟ

Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει·
δειλοί οι αρχάγγελοι ταράζονται στον ύπνο.
Όπου κι αν πας, η τύχη –οχιά– θα σε δαγκώνει·
θα φαρμακώνει εκεί τον νηστικό σου δείπνο.
__________Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει·
__________τα παλιολούλουδα σαπίζουνε στους κήπους.
__________Στημένη σού ’χει ο Αποπάνω την αγχόνη:
__________σε τρίστρατο μοιραίο θα στεφείς Οιδίπους.

Όπου κι αν πάς, πας, – μα τέλος πια δεν θά ’βρεις.
Στης άβυσσος τους μύχιους ίσκιους θ’ απαγκιάσεις
Τα λαύρα ονείρατα της ζήσης σου της μαύρης.
_________Το κύμα του παραδαρμού και της θαλάσσης
_________με ρίμες άρρυθμες σε τράκλειον κυκεώνα,
_________αν θαν το πιείς, θέλει λουστείς τ’ αγιάζι του αιώνα.

Γιώργος Κεντρωτής

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».

Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...

Κώστας Ουράνης

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2008

ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια «ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»


Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α' Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτιά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, 1958
Από τη συλλογή Ανακομιδή, 1961
Πηγή ποιήματος: Translatum

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

Μην ξεχάσεις κλείνοντας το ποίημα


ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ


Η αρχή να γίνει με τους τρεις λιποτάχτες στρατιώτες της νύχτας
του Σεπτέμβρη
Ημίγυμνοι κάτω από ένα ξερό κίτρινο φεγγάρι
Καπνίζουν πίσω από θάμνους το τελευταίο τσιγάρο και οι τρεις
Τα πρόσωπά τους δείχνει στην πόλη η τηλεόραση και το
«καταζητούνται»
Παράλειψε σκοπίμως τα ποσά ανευρέσεως, παραδόσεως
Παράλειψε σκοπίμως την εικόνα που η μάνα του λέει
στους δημοσιογράφους κλαίγοντας «παιδιά μου, παραδοθείτε»
Μην ξεχάσεις κλείνοντας το ποίημα
Νικόλαος
Κωνσταντίνος
Ιωάννης
Τ' όνομά τους.


Γιώργος Χρονάς

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη, σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου αγάπη...


Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.

1
Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι είταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν είτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι... τότε... που το ξέρω... το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!


BERTOLT BRECHT

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2008

Τον Τρυγητή τ’ αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.


Φωτό: Κσμ

Παροιμίες για το φθινόπωρο

Για το Σεπτέμβριο:

Τον Τρυγητή τ’ αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.

Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο.



Για τον Οκτώβριο:

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα ’χεις.

Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.

Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οχτώ σειρές στ’ αλώνι.



Για το Νοέμβριο:

Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.

Η Πούλια βασιλεύοντας το μήνυμά της στέλνει:
Ούτε τσοπάνος στα βουνά ούτε ζευγάς στους κάμπους.



Λαϊκή παράδοση

(από το βιβλίο: Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού, Αθήναι 1966)

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2008

εύγλωττο φθινόπωρο μα πιο εύγλωττα τα χέρια που το δρέψανε...


Φωτό: K.σ-Μ

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Του νυχτόδεντρου φλούδα,
μαχαίρια που γεννηθήκαν σκουριασμένα
σου ψιθυρίζουν τα ονόματα, τον χρόνο, τις καρδιές.
Μια λέξη που κοιμόταν την ακούσαμε,
τρυπώνει στο φύλλωμα:

εύγλωττο φθινόπωρο
μα πιο εύγλωττα τα χέρια που το δρέψανε,
σαν τη μήκωνα της λήθης
δροσερό το στόμα που τα φιλάει.


PAUL CELAN
Μετάφραση:
Γιώργος Κεντρωτής.

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Μη με αφήσεις να χάσω αυτό που έχω κερδίσει και που στολίζει τα νερά του ποταμού σου με φύλλα απ’ το Φθινόπωρό μου το χαμένο.


The Eternal Idol, 1889-Auguste Rodin

Του γλυκού παράπονου


Φοβάμαι να το χάσω αυτό το θαύμα
των αγαλμάτινων ματιών σου και τον τρόπο
που τη νύχτα ακουμπάει στο μάγουλό μου
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου.

Πονάω να βρίσκομαι σ’ αυτή την όχθη
κορμός χωρίς κλαδιά, και ότι πιο πολύ πονάει
είναι που δεν έχω το λουλούδι, λάσπη ή άργιλο
για το σαράκι του πόνου μου.

Αν είσαι ο κρυμμένος θησαυρός μου,
αν είσαι ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν είμαι το σκυλί της επικράτειάς σου

Μη με αφήσεις να χάσω αυτό που έχω κερδίσει
και που στολίζει τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα απ’ το Φθινόπωρό μου το χαμένο.

Sonetos de amor oscuro
Federico García Lorca
Μετ Γητ

SONETO DE LA DULCE QUEJA


Tengo miedo a perder la maravilla
de tus ojos de estatua y el acento
que me pone de noche en la mejilla
la solitaria rosa de tu aliento.


Tengo pena de ser en esta orilla
tronco sin ramas, y lo que más siento
es no tener la flor, pulpa o arcilla,
para el gusano de mi sufrimiento.


Si tú eres el tesoro oculto mío,
si eres mi cruz y mi dolor mojado,
si soy el perro de tu señorío.


No me dejes perder lo que he ganado
y decora las aguas de tu río
con hojas de mi Otoño enajenado.

Albinone, Adagio

Παρασκευή, 5 Σεπτεμβρίου 2008

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας με φως τα πεζοδρόμια...



Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά - απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου: Ερείπια της Παλμύρας

- από το βιβλίο "Δύσκολος Θάνατος", συλλογή "Ο θάνατος του Μύρωνα" -


Πηγή: φθινοπωρινό ανθολόγιο του observer

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

Φθινοπωρινή μπαλάντα

Balada de otoño

Llueve,
detrás de los cristales, llueve y llueve
sobre los chopos medio deshojados,
sobre los pardos tejados,
sobre los campos, llueve.
Pintaron de gris el cielo
y el suelo
se fue abrigando con hojas,
se fue vistiendo de otoño.
La tarde que se adormece
parece
un niño que el viento mece
con su balada en otoño.
Una balada en otoño,
un canto triste de melancolía,
que nace al morir el día.
Una balada en otoño,
a veces como un murmullo,
y a veces como un lamento
y a veces viento.
Llueve,
detrás de los cristales, llueve y llueve
sobre los chopos medio deshojados,
sobre los pardos tejados
sobre los campos, llueve.
Te podría contar
que esta quemándose mi último leño en el hogar,
que soy muy pobre hoy,
que por una sonrisa doy
todo lo que soy,
porque estoy solo
y tengo miedo.
Si tú fueras capaz
de ver los ojos tristes de una lámpara y hablar
con esa porcelana que descubrí ayer
y que por un momento se ha vuelto mujer.
Entonces, olvidando
mi mañana y tu pasado
volverías a mi lado.
Se va la tarde y me deja
la queja
que mañana será vieja
de una balada en otoño.
Llueve,
detrás de los cristales, llueve y llueve
sobre los chopos medio deshojados...

Joan Manuel Serrat

Δὲν θέλω κάλλος αὔθαδες παρθένου ἀλαζόνος... Ὠχρὰν τὴν θέλω καὶ λευκὴν ὡς νεκρικὴν σινδόνην· Μὲ εἴκοσι φθινόπωρα, μὲ ἄνοιξιν καμμίαν


Foto: Γητ

ΕΡΩΣ



Α΄
Δὲν θέλω κάλλος αὔθαδες παρθένου ἀλαζόνος,
Θρασείας ἐκ τῆς καλλονῆς, ψυχρᾶς ἐκ θωπευμάτων·
Βλέμμα δὲν ἔρριψα ποτὲ εἰς πτέρυγας ταῶνος,
Οὐδ' εἰς φιάλην στίλβουσαν πλὴν στεῖραν ἀρωμάτων.
Δὲν θέλω ὄψιν φλογεράν, δὲν θέλω ῥόδου στόμα·
Εἶναι διέγερσις σαρκὸς τὸ πορφυρῶδες χρῶμα.

Τὴν θέλω ἀσθενῆ ἐγὼ τὴν φίλην μου, ταχεῖαν·
Ὠχρὰν τὴν θέλω καὶ λευκὴν ὡς νεκρικὴν σινδόνην·
Μὲ εἴκοσι φθινόπωρα, μὲ ἄνοιξιν κἀμμίαν,
Μ' ὀλίγον σῶμα - ἄνεμον σχεδὸν - ὀλίγην κόνιν.
Τὴν θέλω ἐπιθάνατον μ' ἀθανασίας μύρον,
Κόρην καὶ φάσμα, σάβανον ἀντὶ ἐσθῆτος σῦρον.

Τὴν δυστυχῆ! λιπόθυμον τὴν θέλω, πάντῃ μόνην·
Ἄνευ μητρὸς ἢ ἀδελφοῦ· αὐτὴ καὶ ὁ Θεός της.
Εἰς πεδιάδα, ἔρημον τὴν θέλω ἀνεμώνην,
Κ' ἐγὼ νὰ ᾖμαι μήτηρ της, ἐγὼ καὶ ἀδελφός της.
Ἀργὰ νὰ τὴν χειραγωγῶ τὴν κόρην εἰς πᾶν βῆμα,
Καὶ νὰ προσκρούσωμεν ὁμοῦ εἰς τὸ πλησίον μνῆμα.

Δὲν θέλω οὔτε ἄψυχον, οὔτ' ἔμψυχον κἀνένα
Νὰ ἀγαπᾷ, οὐδὲ πτηνόν, οὔδ' ἄνθη, οὔδ' ἀστέρας·
Ὅ,τι δὲν εἶμαι δι' αὐτὴν νὰ ᾖναι ὅλα ξένα,
Καὶ νὰ κατέχω ὅλας της τὰς νύκτας καὶ ἡμέρας.
Κ' εἰς ὕπνον ὅταν κλείωσι γλυκὺν οἱ ὀφθαλμοί της,
Εἰς ὄναρ νὰ μὲ θεωρῇ ἀγάπης ἡ ψυχή της!

Δὲν ἀγαπῶ αἰσθήματα διόλου μοιρασμένα·
Ἀγάπη ἥτις δίδεται κ' εἰς ἄλλους ἐξαντλεῖται.
Ὅστις τὰ πάντα ἀγαπᾷ δὲν ἀγαπᾷ οὐδένα…
Ἐκ τούτου ἴσως παρ' ἐμοῦ ὁ ἥλιος μισεῖται,
Διότ' εἰς ὅλους τὰς χρυσᾶς ἀκτῖνάς του χαρίζει,
Κ' ἐπίσης ὡς τὸν Βύρωνα τὸν πίθηκον φωτίζει.

Θέλω τὸ σύμπαν εἰς τὸ ἓν κ' ἐμὲ εἰς τ' ἄλλο μέρος,
Καὶ νὰ ἐκλέξῃ! -Ἀγνοῶ τί ἄλλο θέλω ἔτι·
Πλὴν θέλω! τόσος δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν ψυχήν μου ἔρως.
Ἀκόμα ἡ καρδία μου καὶ πλάττει καὶ προσθέτει!
Πρόσθετε, πρόσθετε, μωρὰ καὶ ἄσωτος καρδία·
Θὰ ἔλθῃ κ' ἡ ἀφαίρεσις, θὰ ἔλθῃ κ' ἡ πενία.-

Θέλω τὴν φίλην μου ᾠδὴν ἐκλείπουσαν ἠρέμα·
Ἀθανασίας βλέπουσαν ὁδὸν εἰς τάφου στόμα·
Καλὴν καὶ μελαγχολικήν, μὲ ἥμερον τὸ βλέμμα,
Μὲ φυομένην πτέρυγα εἰς καταρρέον σῶμα.
Τὴν θέλω κόρην, ἀδελφὴν καὶ φίλην μου ἁγίαν,
Ἀλλ' ὄχι καὶ νυμφίαν μου, ἀλλὰ ποτὲ νυμφίαν!

Ὤ, πῶς θὰ ἐνοσήλευον τὴν κόρην τελευτῶσαν·
Μὲ ποίαν, ποίαν ἄφωνον στοργὴν θὰ τὴν προσεῖχα!
Θὰ εἶχε προσκεφάλαιον καρδίαν ἀγαπῶσαν,
Καὶ μόνον μου ἀντίζηλον τὸν θάνατον θὰ εἶχα.
Ὤ, πῶς θὰ ἐνοσήλευον τὴν ἀσθενῆ παρθένον,
Ὠχρός, συνέχων τὴν πνοὴν καὶ ἄγρυπνος προσμένων!

Β΄
Πολλάκις εἰς τοὺς ὕπνους μου ἡ ἀσθενής μου φθάνει,
Ὡραία ὡς ἡ φθίνουσα χειμερινὴ σελήνη.
Μὲ λέγει, ὅταν πέσωσι τὰ φύλλα θ' ἀποθάνῃ,
Καὶ τὸ ἁγνόν της μέτωπον εἰς ἀσπασμὸν μὲ τείνει.
Πολλάκις καὶ μὲ ἀνοικτὸν τὴν διακρίνω ὄμμα,
Ἄλλοτε κάτω, ἄλλοτε εἰς τοὐρανοῦ τὸ δῶμα.

Πολλάκις, γράφων δι' αὐτὴν μίαν ᾠδήν, ἓν ᾆσμα,
Ἀπέναντί μου φιλικῶς τὴν θεωρῶ νὰ νεύῃ,
Καὶ κλίνον εἰς τὸ στῆθός μου τὸ πεφιλμένον φάσμα,
Βραδέως τὴν ἰδίαν της ᾠδὴν μ' ὑπαγορεύει.
Πολλάκις μόνος, ἀγρυπνῶν εἰς νύκτα τρικυμίας,
Εἰς τὴν λευκὴν ἀναλαμπὴν τὴν βλέπω τῆς ἑστίας.

Καὶ ἄλλοτε, πλανώμενος εἰς χιονώδη ὄρη,
Τὴν βλέπω εἰς τὴν στίλβουσαν χιόνα ν' ἀποθνήσκῃ,
Καὶ νὰ συναποθάνωμεν μὲ προσκαλεῖ ἡ κόρη.
Καὶ ἄλλοτε τὸ βλέμμα μου ἐξαίφνης τὴν εὑρίσκει
Μὲ μέτωπον ἀστερωπὸν ἐντὸς κοιμητηρίου,
Στηριζομένην νωχελῶς ἐπὶ σταυροῦ μνημείου!

Παντοῦ, παντοῦ τὴν ἀπαντῶ˙ εἰς συντριμμένην στήλην,
Εἰς δάσους ἔρημον ναόν, εἰς ὠχριῶντα κρίνα˙
Παντοῦ, παντοῦ τὴν ἀπαντῶ τὴν ἀσθενῆ μου φίλην,
Ἀλλὰ ποτὲ εἰς φῶς Θεοῦ, ποτὲ ὑπὸ ἀκτῖνα…
Τὴν βλέπω εἰς νεάνιδος συντετριμμένης σχῆμα,
Καὶ εἰς ἀγγέλου λείψανον φερόμενον εἰς μνῆμα!

Ὤ, πόσας δὲν ἠτένισα νεάνιδας δακρύων,
Διότι ἦσαν κάτωχροι κ' εἶχον μορφὴν νοσοῦσαν.
Ὤ, πόσας ἐσυνόδευσα νεκρὰς εἰς τὸ μνημεῖον,
Νομίζων πῶς ἀκολουθῶ τὴν φίλην μου θανοῦσαν.
Ποσάκις εἶδον ν' ἀνοιχθῇ νεκρᾶς ἀγνώστου στόμα,
Καὶ μ' εἶπεν˙ «ἀκολούθει με, ἐγὼ εἶμαι τὸ πτῶμα!»

Τὴν νύκτα χθὲς εἶχα πολλήν, πολλὴν βαρυθυμίαν
Καὶ ἦλθεν˙ εἰς τὸ στῆθός της προσέκλινα ἐπάνω,
Καὶ σκυθρωπὸς τὴν ἔλεγον καὶ μὲ φωνὴν βραδεῖαν,
«Ὅταν τὰ φύλλα πέσωσι, μαζῆ σου θ' ἀποθάνω.»
Καὶ μειδιῶσα μ' ἤκουε, σιγῶσα μ' ἐθεώρει,
Καὶ τὸ κοινὸν μνημεῖoν μας ἐρρέμβαζεν ἡ κόρη…

1866


Αχιλλέως Παράσχου, Ποιήματα. Τόμος τρίτος, εν Αθήναις/εν Κωνσταντινουπόλει, Ανδρέας Κορομηλάς εκδότης, 1881, σσ. 18-22


ΠΥΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

Federico García Lorca: CANCIÓN OTOÑAL Σήμερα νιώθω στην καρδιά ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών, και όλα τα τριαντάφυλλα είναι τόσο άσπρα όσο η θλίψη μου


Foto: Γητ


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σήμερα νιώθω στην καρδιά
ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών,
αλλά το μονοπάτι μου χάνεται
στην ψυχή της ομίχλης.
Το φως μου κόβει τα φτερά
και ο πόνος της θλίψης μου
μουσκεύει τις αναμνήσεις
στην πηγή της ιδέας.

Όλα τα τριαντάφυλλα είναι άσπρα,
τόσο άσπρα όσο η λύπη μου,
και δεν είναι τα άσπρα τριαντάφυλλα,
που έχει χιονίσει πάνω τους.
Πριν είχαν το ουράνιο τόξο.
Αλλά ότι και στην ψυχή χιονίζει.
Το χιόνι της ψυχής έχει
τις νιφάδες των φιλιών και των σκηνών
που βυθίστηκαν στη σκιά ή στο φως
ανάλογα ποιός τις σκέφτεται.

Το χιόνι πέφτει απ' τα τριαντάφυλλα,
αλλά αυτό της ψυχής μένει,
και τ' αρπαχτικά νύχια των χρόνων
κάνουν ένα σάβανο μ' αυτά.

Θα λιώσει το χιόνι
όταν θα μας πάρει ο θάνατος;
Ή αργότερα θα υπάρξει ένα άλλο χιόνι
και άλλα τριαντάφυλλα τελειότερα;
Θα είναι μαζί μας η ειρήνη
όπως μας δίδαξε ο Χριστός;
Ή δεν θα είναι ποτέ δυνατή
η λύση αυτού του προβλήματος;

Κι αν η αγάπη μας εξαπατά;
Ποιόν η ζωή ενθαρρύνει εάν το λυκόφως μας βυθίζει
στην αληθινή επιστήμη
του Αγαθού που ίσως δεν υπάρχει,
και του Κακού που παραμονεύει δίπλα;

Εάν η ελπίδα εξαφανιστεί
και αρχίσει η Βαβέλ,
ποιά δάδα θα φωτίζει
τους δρόμους της Γης;

Εάν το γαλάζιο είναι ένα όνειρο,
Τί θα είναι η αθωότητα;
Τί θα είναι η καρδιά
αν ο Έρωτας δεν έχει βέλη;

Κι αν ο θάνατος είναι ο θάνατος,
τί θα είναι οι ποιητές
και τα βαρετά πράγματα
που κανείς πια δε θυμάται;
Ω Ήλιε των ελπίδων!
Γάργαρο νερό! Καινούριο φεγγάρι!
Καρδιές των παιδιών!
Ψυχές σκληρές πέτρινες!
Σήμερα νιώθω στην καρδιά
ένα αβέβαιο τρέμουλο αστεριών
και όλα τα τριαντάφυλλα
είναι τόσο άσπρα όσο η θλίψη μου.

Federico García Lorca
CANCIÓN OTOÑAL
Noviembre de 1918 (Granada)
Μετ Γητ


A Federico García Lorca

Rilke: Πέφτουν τα φύλλα, σα να πέφτουν από μακριά, σα να μαραίνουνται στους ουρανούς μακριά οι κήποι' Πέφτουνε με μια πτώση αρνητική...

Foto: Γητ

Φθινόπωρο

Πέφτουν τα φύλλα, σα να πέφτουν από μακριά,
σα να μαραίνουνται στους ουρανούς μακριά οι κήποι'
Πέφτουνε με μια πτώση αρνητική.

Και τις νύχτες πέφτει η Γη βαριά
από τ' αστέρια μες στη μοναξιά.

Πέφτουμε όλοι μας. Αυτό το χέρι εδώ πέφτει.
Και κοίτα τους άλλους: είναι στο άπειρο.

Κι όμως υπάρχει Ένας, που αυτή την πτώση
συγκρατεί στα τρυφερά τα χέρια του για πάντα.

Rainer Maria Rilke
Μετάφραση:
Μάρλις, Μπρούνο, Κάρλο, Γητ


Foto: Γητ


Herbst

Die Blätter fallen, fallen wie von weit,
als welkten in den Himmeln ferne Gärten;
sie fallen mit verneinender Gebärde.

Und in den Nächten fällt die schwere Erde
aus allen Sternen in die Einsamkeit.

Wir alle fallen. Diese Hand da fällt.
Und sieh dir andre an: es ist in allen.

Und doch ist Einer, welcher dieses Fallen
unendlich sanft in seinen Händen hält.

Rainer Maria Rilke

Ένα βιβλίο με ποιήματα είναι φθινόπωρο νεκρό. Οι στίχοι είναι τα μαύρα φύλλα σε άσπρα χώματα.


Foto: Γητ


ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Θα άφηνα σ' αυτό το βιβλίο
την ψυχή μου όλη.
Αυτό το βιβλίο που είδε
μαζί μου τοπία
και έζησε άγιες ώρες.

Τί κρίμα που τα βιβλία
ενώ μας γεμίζουν τα χέρια
με τριαντάφυλλα κι αστέρια
να περνούν αργά!

Τί θλίψη τόσο βαθιά
να κοιτάς τα τέμπλα
των βασάνων και των πόνων
που αντέχει μια καρδιά!

Βλέπεις να περνούν τα φαντάσματα
των ζωών που χάθηκαν
βλέπεις τον άνθρωπο γυμνό
σαν Πήγασο χωρίς φτερά,

Βλέπεις τη ζωή και το θάνατο,
τη σύνθεση του κόσμου,
που σε βαθείς χώρους
κοιτάζονται κι αγκαλιάζονται.

Ένα βιβλίο με ποιήματα
είναι φθινόπωρο νεκρό.
Οι στίχοι είναι τα μαύρα
φύλλα σε άσπρα χώματα.

Και η φωνή που τους διαβάζει
είναι η πνοή τ' ανέμου
που τους μπήγει στα στήθη
-νοσταλγίας αποστάσεις-

Ο ποιητής είναι ένα δέντρο
με καρπούς από θλίψη
και με μαραμένα φύλλα
που κλαίνε ό,τι αγαπάει.

Ο ποιητής είναι το μέντιουμ
της ίδιας της Φύσης
που εξηγεί το μεγαλείο της
μέσα απ' τις λέξεις.

Ο ποιητής κατανοεί
όλα τα ανεξήγητα
και τα πράγματα που μισούνται
αυτός, φίλους τα αποκαλεί.

Στα βιβλία των στίχων,
ανάμεσα σε τριαντάφυλλα από αίμα,
περνούν θλιμμένα
και αιώνια καραβάνια

που έκαναν τον ποιητή
όταν κλαίνε τα βράδια,
να κυκλώνεται και να ζώνεται
από τα φαντάσματά του.

Η ποίηση είναι πίκρα,
ουράνιο μέλι που ρέει
από μια αόρατη κυψέλη
που φτιάχνουν οι ψυχές.

Η ποίηση είναι το αδύνατο
που γίνεται δυνατό. Άρπα
που έχει για χορδές
καρδιές φλόγες.

Η ποίηση είναι η ζωή
που διασχίζουμε με αγωνία
περιμένοντας αυτόν που θα πάρει
τη βάρκα μας χωρίς κατεύθυνση.

Βιβλία με γλυκούς στίχους
είναι αστέρια που περνούν
από τη βουβή σιωπή
στο βασίλειο του Τίποτα,
γράφοντας στον ουρανό
τις ασημένιες στροφές τους.

Ω! τί πληγές τόσο βαθιές
που ποτέ δε θεραπεύτηκαν
οι πονεμένες φωνές
των ποιητών που τραγουδούν!

Θα άφηνα σ' αυτό το βιβλίο
την ψυχή μου όλη....


Federico García Lorca
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη