Κυριακή, 9 Αυγούστου 2009

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ...


Η μέρα που έζησα

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει
την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει
έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη
πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ
ένα αεράκι με παίρνει απ' το χέρι
κι εγώ αφήνομαι να δω άλλα μέρη
σ' ένα παγκάκι μία εφημερίδα
πατάω πάνω κι αλλάζω σελίδα
το φαναράκι που πάντα με κοίταζε
όταν το άγγιξα έσβησε, νύσταζε
του ήλιου η άκρη αρχίζει να φαίνεται
κι αλήτης σκύλος με διώχνει, σιχαίνεται
σε καγκελάκι με θέα περπάτησα
σαν αστρονάυτης ανάλαφρα πάτησα
θαλασσινή μυρωδιά με προσπέρασε
και λίγους κόκκους απ' άμμο με κέρασε
φεύγω ψηλά, διασχίζω σοκάκια
σαν μέσα σε όνειρο με χάρτη πλακάκια
σιγά σιγά κατεβαίνω γυρίζοντας
ο αέρας έφυγε μόνος, σφυρίζοντας
σ' ένα παλτό απαλά ακουμπάω
παραπατάει, το νιώθω, γελάω
τραγούδι ακούγεται και μοιάζει αγάπης
στην αγκαλιά τους είμαι λαθρεπιβάτης
γλιστράω, πέφτω, στη γόβα της στέκομαι
και σταματάει, φοβάμαι, προσεύχομαι
τα δάχτυλα της ψηλά με σηκώνουν
και με χαρίζει καθώς με στριμώχνουν
η κίνησή της μου δίνει αξία
νιώθω στολίδι σε ξένη αταξία
έγινα ενθύμιο της νύχτας που πέρασε
κι έμεινα μέσα σε σπίτι που γέρασε
για να θυμίζω για πάντα τί άρχιζε
τη μόνη μέρα που έζησα, κι άξιζε.

Καλόγερος