Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι...



ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ

Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι 
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες 
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι. 
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα 
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι 
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

Κώστας Καρυωτάκης 
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Αναρωτιέμαι ωστόσο πως γίνεται να πιστεύεις ότι με ξέρεις αφού ποτέ σου δεν με είδες να κλαίω.




Ο αντιφατικός χαρακτήρας του ουρανού με πείθει πως ήρθε Φθινόπωρο. Αν προσέξεις καλά στο χλωμό χαμόγελο του Οκτώβρη καραδοκεί μια ετυμηγορία χειμώνα. Αυτή η ήπια μετάβαση είναι αιώνια τιμωρία. Η εκδικητική βιασύνη του χρόνου είναι ο διάολος μεταμφιεσμένος σε φυσικό γεγονός. Πάνε χρόνια που έχει εγκατασταθεί μέσα μου και μου κλέβει τις αναμνήσεις, τόσο που να ξεχνάω το όνομά σου.

Παραλογισμός λοιπόν να ψάχνω τον έρωτα στα εξώφυλλα του αμερικάνικου Esquire, σε τοξικές πολυλογίες ατάλαντων ποιητών, στο ρόγχο των γυναικών που έμειναν ανεξήγητα μόνες τους.
Κάποτε είχα την ψευδαίσθηση ότι σε άγγιζα, αλλά έκανα λάθος. Αντικατοπτρισμός ήταν και φυσική συνέπεια ενός κουραστικού ταξιδιού στην έρημο μιας ανόητης προσδοκίας.

Πρέπει λοιπόν να το πάρω απόφαση και να ξορκίσω το κακό. Να χωνέψω το γεγονός ότι πλέον δεν αναπνέω εντός σου.
Αναρωτιέμαι ωστόσο πως γίνεται να πιστεύεις ότι με ξέρεις αφού ποτέ σου δεν με είδες να κλαίω.

Ντίνος Λυρικός
Φωτό: Dimitra Tsak 

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012


Τελευταῖος σταθμὸς

Αὐτὸ τὸ βράδυ στάθηκε τὸ πιὸ γλυφό. Τὸ ἤπια
σταλαματιά-σταλαματιὰ καθὼς σκεφτόμουνα
πὼς ὅ,τι δόθηκε δὲν παίζει μὲ τ’ ἀποσιωπητικὰ
δὲ μιλᾶ τὴ γλώσσα τῆς ἐπιστροφῆς θὰ ξανάρθω μὲ τὰ
πρωτοβρόχια
Αὐτὸ τὸ βράδυ ἔφυγε ἀκόμα ἕνας. Χάθηκε
ἐκεῖ ποὺ σβήνεις ἕνα-ἕνα τὰ φῶτα σου στὸν οὐρανὸ
καὶ τίποτα δὲν εἶναι πιὰ νὰ ξαναρχίσει
Κι’ ἐγὼ νὰ σκέφτομαι τὸ βράδυ αὐτό, νὰ μὴ μπορῶ νὰ μιλήσω.
Τὰ μάτια ὑγρά, τὸ στόμα ὑγρό, τὰ μαλλιὰ μουσκεμένα
σὰν τὰ παράθυρα σ’ ἕνα βαγόνι τρίτης θέσης
καὶ βλέπεις ἀόριστα πὼς τίποτε πιὰ δὲν ὠφελεῖ
μὲς στὰ χαλαρωμένα χέρια καὶ στὰ πεσμένα μαλλιά σου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Από τὴν συλλογὴ «Δύσκολος θάνατος», 1978