Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2008

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει. Μιλώντας παντού...



ΜΙΚΡΗ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Μιλώντας παντού,
πως χτες ήταν που κράτησες στα χέρια σου
το χτυποκάρδι ενός φθινοπώρου,
κ' είδες το λιποψύχισμα μιας πολιτείας στη βροχή.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Σφυρίζοντας παντού,
τι δρόμους μέσα στη νύχτα περπατήσαμε,
σε ποια παράθυρα μας έφεγγαν τα όνειρα των ανθρώπων,
ποιοι κήποι άνθισαν απ' την ανάσα μας.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Ολομόναχος ακολουθούσε,
συναθροίζοντας από κάθε βήμα μας τον έρωτα,
την κάθε στιγμή,
που γίνεται κύμα γαλάζιο και μας χτυπά με πάθος.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Το ρίγος πήρε απ' το κορμί μας,
κι όλο το σθένος, που κλείνει μέσα μας η επιθυμία,
το ύψος απ' τ' άστρο, το λυγμό της θάλασσας, την αλλόκοτη πικρία,
που φέρνει το δάκρυ μιας βροχής, όταν κυλά στο πρόσωπο.

Αυτός ο άνεμος θα μας προδώσει.

Δεν υπάρχει άλλη ώρα να μας καλύψει,
τώρα είναι που ζει μέσα μας ολοζώντανο το γεγονός,
η αίστηση του νέου χυμού στο αίμα, η χαρά της συγκατάθεσης,
το ταξίδι στη σιωπή του χρέους και το τέλος.

Χρήστος Κουλούρης

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

Las Hojas Muertas


Los Cinco latinos


Las Hojas Muertas

Con mi cancion,
las hojas muertas,
tu bien recuerdas,
cuando te ame

Con mi cancion,
las hojas muertas,
reviviran,
tal vez al fin

Pero el viento cruel,
amenaza,
con arrancar,
por siempre mas,
la esperanza,
que con fe se abraza,
y nunca se puede dejar

Pero el viento cruel,
amenaza,
con arrancar,
por siempre mas,
la esperanza,
que con fe se abraza,
y nunca se puede dejar

September Song


September Song, Frank Sinatra

FRANK SINATRA (1915-1998)
"September Song" (1965)

composed in 1938 by Kurt Weill
lyrics by Maxwell Anderson


When I was a young man, caught in the girls,
I played me a waiting game.
If a maid refused me with tossin curls,
I let the old earth take a couple of whirls.
While I apply her with tears in lieu of pearls.
And as time came around, she came my way,
And as time came around, she came.

Oh its a long, long while, from May to December
But the days grow short, when you reach September.
When the autum weather, turns the leaves to flame,
One hasn't got time, for the waiting game.

Oh, the days, dwindle down, to a precious few.
September. November.
And these few precious days, I'll spend with you.
These precious days, I'll spend with you.

Oh, the days dwindle down, to a precious few.
September. November.
And these few precious days, I'll spend with you.
These precious days, I'll spend with you.

IN ITALIANO

Quando ero giovane e corteggiavo le ragazze,
sapevo attendere;
quando una ragazza mi diceva di no scrollando il capo,
lasciavo che la vecchia Terra facesse un paio di giri.
E non appena se ne ripresentava l'occasione,
lei veniva con me.
Oh, c'è molto tempo tra Maggio e Dicembre,
ma le giornate diventano brevi quando arriva Settembre.
Quando l'Autunno fa diventare le foglie rosso fuoco,
uno non ha più tempo per attendere.
Oh, le giornate diventano sempre più brevi e preziose
... Settembre, Novembre ...
E queste giornate brevi e preziose le passerò con te.

TRADUZIONE: mauro26958

Les feuilles mortes... Τα νεκρά φύλλα... Jacques Prévert και Yves Montand!


Les feuilles mortes
Τα νεκρά φύλλα

Ω! Θα ήθελα τόσο να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Την εποχή εκείνη η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει ...
Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Και ο βόρειος άνεμος τις παρασύρει
Στην κρύα νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν έχω ξεχάσει
Το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει.
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα
Και ζούσαμε οι δυο μαζί,
Εσύ, μ' αγαπούσες κι εγώ σ' αγαπούσα.
Αλλά ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούντιαι,
Πολύ γλυκά, χωρίς να κάνει θόρυβο
Και η θάλασσα αφήνει στην άμμο
Τα ίχνη των χωρισμένων εραστών.

Τα νεκρά φύλλα μαζεμένα στο φτυάρι,
Οι αναμνήσεις κι οι θλίψεις επίσης
Αλλά η αγάπη μου σιωπηλή και πιστή
Χαμογελά πάντα και ευχαριστεί τη ζωή.
Σ' αγαπούσα τόσο πολύ, ήσουν τόσο όμορφη.
Πώς θες να σε ξεχάσω;
Εκείνη την εποχή, η ζωή ήταν πιο όμορφη
Και ο ήλιος πιο λαμπρός από σήμερα.
Ήσουν η πιο γλυκιά μου φίλη
Αλλά δεν έχω παρά θλίψη
Και το τραγούδι που τραγουδούσες,
Πάντα, πάντα θα το ακούω !

Jacques Prévert
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Το ποίημα αυτό που είναι από τα πιο αγαπημένα σε όλο τον κόσμο, Πρεβέρ είναι αυτός, αλλά και Υβ Μοντάν είναι αυτός που το τραγούδησε μοναδικά. Μελοποιήθηκε από τον Joseph Kosma . Το ποίημα που σηματοδοτεί την έναρξη του φθινοπώρου και που το έχουν απαγγείλει και τραγουδήσει όλοι οι ερωτευμένοι της γης και τ' ... ουρανού.

Yves Montand στην ωριμότητά του την υπέροχη! Πιο υπέροχη δε γίνεται...




αλλά και στη νιότη του την τόσο γλυκιά





και η θαυμάσια Juliette Greco



Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Ω! τα θλιμμένα σούρουπα τα φθινοπωρινά! Γιομάτα πλάνους ρεμβασμούς κι άρρωστη νοσταλγία...


Ilya Repin

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

De la musique avant tout chose
Paul Verlaine

Ω! τα θλιμμένα σούρουπα
τα φθινοπωρινά!
Γιομάτα πλάνους ρεμβασμούς
κι άρρωστη νοσταλγία
γιομάτα απ ΄να ρώτημα
κρυφό, που τυραννά:

«Ώστε ήταν όνειρο, και πάει,
του θέρους η μαγεία; …»

- Πάρτε με και λικνίστε με,
καράβια σιωπηλά.
Με κούρασαν οι λογισμοί
και τα σοφά βιβλία.
(το υγρό φθινοπωριάτικο
σουρούπωμα κυλά
και στάζει εντός μου αβάστακτη
τεφρή μελαγχολία.)
- Πάρτε με και λικνίστε με,
καράβια σιωπηλά.


Πέτρος Δήμας
(Δημοσιευμένο στην «Νέα Εποχή» της 19-12-1937)
Πηγή:
Νέα Εποχή

Κάποιο φθινόπωρο στενάζει μακριά ένα μαράζι στην καρδιά σταλάζει κουρασμένο...


Φωτό: Γητ

"Μια καταχνιά αχνοφαίνεται στο πέλαγος βαθειά
Μες στ' Αυγουστιάτικο πρωί το χρυσοπλουμισμένο
Κάποιο φθινόπωρο στενάζει μακριά
ένα μαράζι στην καρδιά σταλάζει κουρασμένο
Σαν σε πομπή νεκρού θαρρείς πως περπατάει
Αργά, βουβά σ' αρρωστημένη σιγαλιά
Πένθιμη η καμπάνα του φριχτά, σιγοχτυπάει
Αλλοίμονο στην έρημη καρδιά..."

Αλφόνσος Δελής
"Φθινόπωρο" (1950)


Ας μη το κρύβουμε.
Διψάμε για ουρανό


Μίλτος Σαχτούρης

Πηγή: Emprosnet

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα, που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα...



Φωτό: Γητ

Τραγούδι το φθινόπωρο

Φθινόπωρο σ’ αγάπησα, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά γυμνά για το χειμώνα,
που βιάζονται τα δειλινά, κι είναι τα ρόδα μήλα,
- κι είναι τα βράδια μόνα...

Και τώρα στέκω και ρωτώ: Ποια μοίρα, και ποια μπόρα,
καθώς τραβούσα, μοναχός, το δρόμο της αβύσσου,
παράξενα κι ανέλπιστα, να μ’ έχει φέρει, τώρα,
ζητιάνο στην αυλή σου;...

Κι όταν το γιόμα χάνεται, κι η νύχτα κατεβαίνει,
και σιωπηλά, σαν τα βιβλία, το φως της μέρας κλείνει,
να ‘ρχομαι, πάλι, να ζητώ μιαν ησυχία χαμένη,
σαν μιαν ελεημοσύνη!

Σ’ αγάπησα φθινόπωρο, την ώρα που τα φύλλα
πέφτουν, κι αφήνουν τα κλαριά, κι είναι τα βράδια μόνα...
Μ’ αλήθεια να σ’ αγάπησα – ή μην είν’ η ανατριχίλα
του ερχόμενου χειμώνα;…

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Κυριακή, 5 Οκτωβρίου 2008

»Τα χρυσά πού ’ναι τώρα φθινόπωρα, πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;


Οι αγάπες

Θα ’ρθουν όλες μια μέρα, και γύρω μου
θα καθίσουν βαθιά λυπημένες.
Φοβισμένα σπουργίτια τα μάτια τους,
θα πετούνε στην κάμαρα μέσα.
Ωχρά χέρια θα σβήνουν στο σύθαμπο
Kαι θανάσιμα χείλη θα τρέμουν.

«Αδελφέ» θα μου πουν «δέντρα φεύγουμε
μες στη θύελλα, και πια δε μπορούμε,
δεν ορίζουμε πια το ταξίδι μας.
Ένα θάνατο πάρε και δώσε.
Εμείς, κοίτα, στα πόδια σου αφήνουμε,
συναγμένο από χρόνια, το δάκρυ.

»Τα χρυσά πού ’ναι τώρα φθινόπωρα,
πού τα θεία καλοκαίρια στα δάση;
Πού οι νυχτιές με τον άπειρον, έναστρο
ουρανό, τα τραγούδια στο κύμα;
Όταν πίσω και πέρα μακραίνανε,
πού να επήγαν χωριά, πολιτείες;

»Οι θεοί μας εγέλασαν, οι άνθρωποι,
κι ήρθαμε όλες απόψε κοντά σου,
γιατί πια την ελπίδα δεν άξιζε
το σκληρό μας αβέβαιο ταξίδι.
Σα φιλί, σαν εκείνα που αλλάζαμε,
ένα θάνατο πάρε και δώσε».

Θα τελειώσουν. Επάνω μου γέρνοντας,
θ’ απομείνουν βουβές, μυροφόρες.
Ολοένα στην ήσυχη κάμαρα
θα βραδιάζει και μήτε θα βλέπω
τα μεγάλα σαν έκπληκτα μάτια τους
που γεμίζανε φως τη ζωή μου…

Κ. Γ.Καρυωτάκης

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει στο δάσος πλέον δε θα με βρεις, μα μες στου δάσους τη γαλήνη να μ'αντικρούσεις ημπορείς σαν όνειρο στιγμής, που σβήνει



Φωτό: Γητ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΝ

Έρμο σε λίγο θ' απομείνει
το δάσος πλέον το μυστικό'
είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει,
θα φύγεις και το μαγικό
έρμο σε λίγο θ' απομείνει.

Εγώ σε 'κείνο μοναχός μου,
σαν πάρ' η βαρυχειμωνιά,
μακρυά από τη βουή του κόσμου,
σα φάντασμα στη σκοτεινιά,
θα 'μαι σε 'κείνο μοναχός μου.

Πέρα το κύμα θα βογγάει
και στ' ακρογιάλια θα βροντά
κι αν η φωνή μου σε ζητάει,
καμιά φωνή δε θ' απαντά,
μόνο το κύμα θα βογγάει.

Μέσα στον άνεμο το λάβρο
θα πέφτουν τα ξερά κλαδιά...
στο δάσος, μοναχός, το μαύρο
τί να την κάνω την καρδιά;
Μέσα στον άνεμο το λάβρο,

κάτου απ' τα πεύκα τ' αψηλά του,
στο δάσος το μαγευτικό,
θα σέρνετ' ερημιά θανάτου,
πένθος βαρύ και μυστικό,
κάτου απ' τα πεύκα τ' αψηλά του!

Κι όταν την άνοιξη γυρίσεις
και στ' ακρογιάλια, χαρωπή,
στο δάσος πάλι με ζητήσεις,
κάποια φωνή θε να σου πει,
όταν την άνοιξη γυρίσεις:

«-Είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει...
στο δάσος πλέον δε θα με βρεις,
μα μες στου δάσους τη γαλήνη
να μ' αντικρούσεις ημπορείς
σαν όνειρο στιγμής, που σβήνει...»

Άγγελος Σημηριώτης

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

Θα αναστατωθεί το φθινόπωρό μου ανάμεσα στα φύλλα σου,και τα δικά μου θα είναι μια απέραντη κοίτη...


Φωτό: Γητ

«Σονέτα για την κόρη μου»

Ακόμα στη σιωπή


Γεννήθηκες με μάτια γεμάτα ερωτήσεις
κι ασταμάτητα με πολιορκείς ρωτώντας.
Κι εγώ χωρίς ν' απαντώ...Κόρη. Μέχρι πότε
βουβοί εσύ κι εγώ: Δυο άγνοιες μαζί;

Μέχρι πότε θα πηγαίνουν τα βόδια στη σιωπή ζεμένα
με την αγάπη μου και την κατάπληξή σου· από μένα, τρέμοντας
κι από σένα, λίγο λίγο, στερεώνοντας
μουσική χωρίς λόγια; Ξέρω ότι στοχεύεις

με ακρίβεια τα μπουμπούκια, κόκκινων τριαντάφυλλων
που μια μέρα θα γίνουν φωνή εναντίον μου κατάστηθα
και θα πρέπει με φωνή να σου απαντήσω.

Θα αναστατωθεί το φθινόπωρό μου ανάμεσα στα φύλλα σου,
και τα δικά μου θα είναι μια απέραντη κοίτη
που το βούλιαγμα του ποδιού σου θα σημάνει το θάνατό μου.

Jose Garcia Nieto
Μετ. Γητ

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει, Ψιλή, ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει. Είναι η φύσις που θρηνεί.


Micheal Zarowsky

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει,
Ψιλή, ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει.
Είναι η φύσις που θρηνεί.

Τα δάκρυά της είν' αυτά οπού κατασταλάζουν,
Τα σύννεφα οπού βογγούν και βαριαναστενάζουν
Είν' η θλιμμένη της φωνή.

Και το ξερό εβράχηκε της ερημιάς ποτάμι'
Ακούς τί κρότο το νερό μες στα χαλίκια κάμει;
Βλέπεις τον άσπρο του αφρό;

Στες λυγαριές ανάμεσα ήσαν πουλιά κρυμμένα,
Τον κρότο μόλις άκουσαν εφύγαν τρομαγμένα,
Μ' ένα τους πέταγμ' αλαφρό.

Ιωάννης Καρασούτσας

Σώθηκε η σκόλη η αγροτική και μάταια θε να στρώσει το χρυσό πλούτος του ο νοτιάς για να την ξανανιώσει...


Micheal Zarowsky

Το φθινοπωρινό ειδύλλιο

Σώθηκε η σκόλη η αγροτική και μάταια θε να στρώσει
το χρυσό πλούτος του ο νοτιάς για να την ξανανιώσει.
Αυτό το δείλι επρόδωκε κι η επίβουλη ομορφιά του
χαρούμενη την άνοιξη στα χέρια του θανάτου.

Κι ο νους μου πάει στη σιγαλιά μες στο γυμνό ρουμάνι,
και στις καπνιές του δειλινού, που τριγυρνούν τη στάνη,
στων ουρανών την ερημιά, που ένα θαμπό φεγγάρι
φυλάει αγνή στη μοναξιά της θλίψης του τη χάρη.

Το βλέπω, ω Μοίρα, τη χιονιά, της νιότης μου τη στάχτη,
κι εσένα αντίκρυ μου, πιστή στο θλιβερό σου αδράχτι,
να σε κοιτάζω ειρηνικά, με μάτια κουρασμένα:
άλλο δε θα ΄χεις να μου πεις, μηδέ κι εγώ σε σένα.

Ε.Γ.Ιωάννου(Τέλλος Άγρας)

Το φετινό φθινόπωρο κοντεύει, με τα μηνύματά του τα βαριά...


Micheal Zarowsky


Κακό Φθινόπωρο

Το φετινό φθινόπωρο κοντεύει,
με τα μηνύματά του τα βαριά,
κάθε δέντρο το τέλος του μαντεύει,
κι ανήσυχα τεντώνει τα κλαριά.

Τα δειλινά δεν είναι παρά θλίψη,
κι αλάλητος καημός για κατιτί,
-θαρρείς κι από παντού κάτι έχει λείψει,
κι αυτό που μένει μάταια το ζητεί.

Σαν κάθε χρόνο κι ώρα με την ώρα,
βλέπω να παίρνει τέλος η χαρά:
μα εμέναν, ως κι αυτή μου η λύπη, τώρα,
δεν είναι καθώς ήταν μια φορά...

Δεν έχω πια την πρώτη μου γαλήνη,
το βήμα μου δεν είναι πια γερό:
σ' αυτό το μεταξύ, κάτι έχει γίνει,
που δε γιατρεύεται με τον καιρό...

Μες στο σκοτάδι, τώρα, που γυρίζει,
με την ανατριχίλα του βαριά,
το περιβόλι αθάνατο μυρίζει,
-κι είμαι χωρίς παρηγοριά...


Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2008

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους...


Φωτό Γητ

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους,
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ’ αγριοκαίρι·
Θα ζήσουν τάχα, να τη βρόυν, την άνοιξη; –Ποιος ξέρει,

γιατί μπορεί και να χαθούν, πριν βρούνε τη χαρά τους…

Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδυ,
ώσπου στο τέλος, νύσταξαν, κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Μόνος... Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο


ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο, χειμώνα ελάχιστε...


Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
χειμώνα ελάχιστε,
η ζωή καταβάλλει τον οβολό
του φύλλου της ελιάς
και στη νύχτα μέσα των αφρόνων
μ’ ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο
του Ανέλπιστου.


Οδυσσέας Ελύτης

...και αθόρυβα φεύγει, χωρική που μυρίζει θυμάρι κι αγριλιά νοτισμένη.


ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ
του Στρατή Πασχάλη


Μπήκε στο σπίτι το φθινόπωρο
σαν μια γυναίκα που κρατά
την αναμμένη λάμπα.

(Έξω αρχίζει να βρέχει).

Απιθώνει δειλά στο τραπέζι το φως
και αθόρυβα φεύγει, χωρική
που μυρίζει θυμάρι κι αγριλιά νοτισμένη.


Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι, ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση...


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
του Μήτσου Παπανικολάου

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει'
μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δε θα βρεθεί
για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
μα είν' η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν' αγαπάει
κάθε που κλαίει μες στη ζωή και της βροχής τις στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τ' αλύπητο ρολόι
θυμίζει τόσα πράματα που τα 'χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει.
Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι.
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
ως τον Απρίλη που θα ρθεί, σαν πάγος που δε σπάζει;

από την ανθολογία "Ποιητές του Μεσοπολέμου" του Σωτήρη Τριβιζά

εκδ. Καστανιώτη, 1997

Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ