Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

Αναρωτιέμαι ωστόσο πως γίνεται να πιστεύεις ότι με ξέρεις αφού ποτέ σου δεν με είδες να κλαίω.




Ο αντιφατικός χαρακτήρας του ουρανού με πείθει πως ήρθε Φθινόπωρο. Αν προσέξεις καλά στο χλωμό χαμόγελο του Οκτώβρη καραδοκεί μια ετυμηγορία χειμώνα. Αυτή η ήπια μετάβαση είναι αιώνια τιμωρία. Η εκδικητική βιασύνη του χρόνου είναι ο διάολος μεταμφιεσμένος σε φυσικό γεγονός. Πάνε χρόνια που έχει εγκατασταθεί μέσα μου και μου κλέβει τις αναμνήσεις, τόσο που να ξεχνάω το όνομά σου.

Παραλογισμός λοιπόν να ψάχνω τον έρωτα στα εξώφυλλα του αμερικάνικου Esquire, σε τοξικές πολυλογίες ατάλαντων ποιητών, στο ρόγχο των γυναικών που έμειναν ανεξήγητα μόνες τους.
Κάποτε είχα την ψευδαίσθηση ότι σε άγγιζα, αλλά έκανα λάθος. Αντικατοπτρισμός ήταν και φυσική συνέπεια ενός κουραστικού ταξιδιού στην έρημο μιας ανόητης προσδοκίας.

Πρέπει λοιπόν να το πάρω απόφαση και να ξορκίσω το κακό. Να χωνέψω το γεγονός ότι πλέον δεν αναπνέω εντός σου.
Αναρωτιέμαι ωστόσο πως γίνεται να πιστεύεις ότι με ξέρεις αφού ποτέ σου δεν με είδες να κλαίω.

Ντίνος Λυρικός
Φωτό: Dimitra Tsak 

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2012


Τελευταῖος σταθμὸς

Αὐτὸ τὸ βράδυ στάθηκε τὸ πιὸ γλυφό. Τὸ ἤπια
σταλαματιά-σταλαματιὰ καθὼς σκεφτόμουνα
πὼς ὅ,τι δόθηκε δὲν παίζει μὲ τ’ ἀποσιωπητικὰ
δὲ μιλᾶ τὴ γλώσσα τῆς ἐπιστροφῆς θὰ ξανάρθω μὲ τὰ
πρωτοβρόχια
Αὐτὸ τὸ βράδυ ἔφυγε ἀκόμα ἕνας. Χάθηκε
ἐκεῖ ποὺ σβήνεις ἕνα-ἕνα τὰ φῶτα σου στὸν οὐρανὸ
καὶ τίποτα δὲν εἶναι πιὰ νὰ ξαναρχίσει
Κι’ ἐγὼ νὰ σκέφτομαι τὸ βράδυ αὐτό, νὰ μὴ μπορῶ νὰ μιλήσω.
Τὰ μάτια ὑγρά, τὸ στόμα ὑγρό, τὰ μαλλιὰ μουσκεμένα
σὰν τὰ παράθυρα σ’ ἕνα βαγόνι τρίτης θέσης
καὶ βλέπεις ἀόριστα πὼς τίποτε πιὰ δὲν ὠφελεῖ
μὲς στὰ χαλαρωμένα χέρια καὶ στὰ πεσμένα μαλλιά σου

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Από τὴν συλλογὴ «Δύσκολος θάνατος», 1978

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Έρμαια του ανέμου τρίζουν σε κάθε φύσημα.



Τα φύλλα σέρνουν τα ξερά τους κορμιά στην άσφαλτο.
Έρμαια του ανέμου τρίζουν σε κάθε φύσημα.
Ιωάννα Μακρή

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ, μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες



Πόθος

Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...

Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...

Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Μελαγχολία του Σεπτέμβρη με ρωτάει πότε θα σε δω Μα η βροχή του Σεπτέμβρη ξέρει πως θα 'ρθεις ξανά...

Peppino Di Capri - Μελαγχολία του Σεπτέμβρη

melancolie in settembre
mi dicevi tu non m'ami più
e fu così che in settembre
il sorriso tuo finì

fotografie forse un po' ingiallite
come le foglie che gia son cadute
solo un ricordo forse un po' sfocato
e tutto quello che mi resta di te

melancolie in settembre
ti chiedevo quando tornerai
non m'aspettar in settembre
quest'è l'ultimo per me

solo un ricordo forse un po' sfocato
e tutto quello che mi resta di te

melancolie in settembre


Μελαγχολία του Σεπτέμβρη
με ρωτάει πότε θα σε δω
Μα η βροχή του Σεπτέμβρη
ξέρει πως θα 'ρθεις ξανά

Φωτογραφίες μου θυμίζουν στιγμές
που 'σουν κοντά μου και αγαπούσα το φως
κι αναμνήσεις παίρνουν αγκαλιά τους
τις γκριζες ώρες και μου λείπεις πολύ

Μελαγχολία του Σεπτέμβρη με ρωτάει πότε θα σε δω
Δεν περιμένω καλοκαίρια η ζωή τελειώνει εδώ

Και οι αναμνήσεις παίρνουν αγκαλιά
τους τις γκρίζες ώρες και μου λείπεις πολύ

Μελαγχολία του Σεπτέμβρη

Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

Μη φοβάστε τον ξυλοκόπο που φορά τον φλοιό των δέντρων. Το πανωφόρι του θροΐζει με τα φύλλα του φθινοπώρου- Από την Κούπα του Τσαγιού! Βασίλης Ζηλάκος!


ΤΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΤΟΥ ΒΕΛΟΥΣ

Χιόνι πέφτει κάτω απ' τα φύλλα μιας λεβάντας!

Λόγια, βλέμματα, κινήσεις δυσφορίας
καταβροχθίζονται με μανία
και γαλήνιος εγώ, απλώνω μπροστά μου την απώλεια.

Μη φοβάστε τον κυνηγό
που η ψυχή του είναι
το δέρμα του ζώου.

Μη φοβάστε τον ξυλοκόπο
που φορά
τον φλοιό των δέντρων.

Το πανωφόρι του θροΐζει με τα φύλλα του φθινοπώρου-

στέκεται γυμνός στην ημέρα

από μακριά κοιτάζει τα πεύκα που κοιμούνται.

Βασίλης Ζηλάκος
Η κούπα του τσαγιού

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

Έχω φθινόπωρα μαζεμένα στις κούτες με τα παιχνίδια μου αποκεφαλισμένες μινιατούρες ζωής που επιστρέφουν να πάρουν το δικό μου κεφάλι τις νύχτες...

Φωτό: Σωτήρης Κανελλόπουλος


ανάκτηση

Ανασαίνει στο μαξιλάρι μου
βροχές μου ψιθυρίζει όταν κοιμάμαι
Γεωργών προσευχές ανεβαίνουν ως το τσαμπί που κρέμεται
στ' αφτί του Διόνυσου
Μπαίνει απ τις γρίλιες
τεμαχισμένο σε αχτίδες φωτός που στεφανώνουν τα γυμνά
πόδια του πρωινού
Στις αλάνες μυρίζει αίμα Σεπτεμβριάτικο
υγρά ποδοβολητά πάνε κι έρχονται
Τα ξερόφυλλα σκεπάζουν τα ονειρά μας να μη φοβηθούν στη
βροχή

Πόσο μακριά είναι το φθινόπωρο και πόσο κοντά
μια χούφτα βρόχινο νερό
που δεν σύναξε το χέρι κανενός γιατί κανένας δεν
προσπάθησε

Έχω φθινόπωρα μαζεμένα στις κούτες με τα παιχνίδια μου
αποκεφαλισμένες μινιατούρες ζωής που
επιστρέφουν να πάρουν το δικό μου κεφάλι τις νύχτες
να μην έχω να δω
να μην έχω να πω
να μην έχω να γευτώ
να μην έχω να ακούσω

να μάθω να χρησιμοποιώ χέρια και πόδια
 
Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος(αλαφροΐσκιωτος)

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Γιώργος Αχαρνεύς: Έχει καρύδια ακόμη επάνω η καρυδιά Σ ο υ κι έχει ψηλώσει η μικρή μαγιομηλιά. Σ ο ύ 'χω μαζέψει κράνα, φρέσκα καρυδάκια κι άγρια φουντούκια από το δάσος, κοίτα, θές;


Φ Θ Ι Ν Ο Π Ω Ρ Ο

Πάει καιρός πού 'χα να 'ρθώ
μέχρι τον κήπο μας,
μα όλα είν' εδώ,
όπως τ' αφήσαμε πριν χρόνια.

Το μονοπάτι στου Χασιώτη
ολοκάθαρο,
κόκκινος θόλος αποπάνω του
οι κρανιές.

Όλος ο φράχτης,
υφαντό με κληματσίδες,
στον πάνω τοίχο
κοκκινίζουν τα βατόμουρα,

οι βυσσινιές πληθύναν,
γέμισαν τον τόπο,
το καλυβάκι
στολισμένο με κισσούς...

Δίπλα στη ρίζα
της παλιάς αφροξυλιάς
χαλί πανέμορφο
από τα κυκλαμινάκια.

Έχει καρύδια ακόμη επάνω
η καρυδιά Σ ο υ
κι έχει ψηλώσει
η μικρή μαγιομηλιά.

Σ ο ύ 'χω μαζέψει
κράνα, φρέσκα καρυδάκια
κι άγρια φουντούκια από το δάσος,
κοίτα, θές;

Π΄ά ν τ α είσ' εδώ κι ας λείπεις
-πάνε τόσα χρόνια-,
πλανιέται η εικόνα Σ ο υ παντού,
σ' ότι κι αν άγγιξες...

Γιώργος Αχαρνεύς
ΓΡΕΒΕΝΙΤΙ 1006
(*) Από τον κύκλο "ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ"

Παρασκευή 1 Οκτωβρίου 2010

Στο δρόμο ξερόφυλλα τρέχουν, γλιστρούν οι σκιές στο σταθμό, ξάφνου φως, μαγικός σκοπός, ξεκλειδώνει τη καρδιά του καθενός.


Χορός με την βροχή

Ανάβουν στην πόλη τα φώτα,
στο χολ περπατώ μοναχή,
φτάνω εκεί που σαν φυλακή
με κυκλώνει η ερημιά
ως την ψυχή.

Στο δρόμο ξερόφυλλα τρέχουν,
γλιστρούν οι σκιές στο σταθμό,
ξάφνου φως, μαγικός σκοπός,
ξεκλειδώνει τη καρδιά του καθενός.

Μοιάζει γιορτή
σε κάποιαν άλλη εποχή
και νοσταλγώ
ένα χορό με τη βροχή.

Ρολόι δεν έχω μαζί μου,
κρατώ το μπαλκόνι ανοιχτό,
νιώθω πως χάδι κι αδερφός
είναι πάλι συντροφιά μου ο καιρός.

Ερμηνεία: Κορίνα Λεγάκη
Μουσική: Αρμός
Στίχοι: Κώστας Μπουρναζάκης