Τρίτη 22 Ιουνίου 2010

Μάνος Ξυδούς... Φθινόπωρο



Φθινόπωρο

Φθινόπωρο πάλι, οι σκέψεις φωνάζουν
γυάλινα όνειρα σπας και πονούν.
Λόγια της βροχής ακούς που σε τρομάζουν
οι μέρες αλλάζουν, μα δύσκολα περνούν.

Και θυμάσαι τα μάτια που τότε φιλούσες
θυμάσαι τα δάκρυα που σβήναν φωτιές
θυμάσαι αγκαλιές ζεστές αν πονούσες
θυμάσαι τα χέρια που κλείναν πληγές.

Φθινόπωρο πάλι, οι σκέψεις αράζουν
σε μαύρα σύννεφα του δειλινού
λόγια της βροχής τα όνειρα σκουριάζουν
και πάνω τους βλέπεις τα χρόνια να περνούν.


Στίχοι: Εβίτα Μπουρμά
Μουσική: Μάνος Ξυδούς

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο, Xειμώνα ελάχιστε, H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Φωτό: agrampelli
Λακωνικόν

O καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
μου επέστρεψε στον ήλιο.

Kείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της
πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Xειμώνα ελάχιστε,

H ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Kαι στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ' ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Aνέλπιστου.

Ελύτης Oδυσσέας
(από το Έξη και μία τύψεις για τον ουρανό, Ίκαρος 1960) 

Δευτέρα 24 Μαΐου 2010

Γιώργος Σεφέρης

Φωτό: agrampelli

Φόρεσα πάλι
τη φυλλωσιά του δέντρου
κι εσύ βελάζεις.

Γιώργος Σεφέρης
«Δεκαέξι χάικου», Ζ΄.
Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940.
Ποιήματα. Ίκαρος, 1974. 91.

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2010

Πότε θα 'ρθεί; Κατάμονες και θλιβερές στο σπίτι - στου φθινοπώρου τα χλωμά και κρύα δειλινά - οι νέες των επαρχιών κοιτάν στηλά το δρόμο κι αναστενάζουνε, γιατί κανένας δεν περνά...


ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΩΝ ΕΠΑΡΧΙΩΝ

Τις νέες συλλογίζουμαι στις απομακρυσμένες
τις επαρχίες, τα χλωμά και κρύα δειλινά,
όταν πίσω απ' το τζάμι τους κοιτάν' στηλά το δρόμο
κι αναστενάζουνε γιατί κανένας δεν περνά...

Τις συλλογιέμαι στις θαμπές του φθινοπώρου ημέρες,
όταν κοιτάνε τη βροχή να πέφτει στην αυλή τους
κι ανασηκώνουν στους στενούς τους ώμους τους το σάλι,
γιατί ένα ρίγος παγερό νιώθουν ως την ψυχή τους...

Συλλογιστήκατε ποτέ τις νέες στις επαρχίες,
που περιμένουνε να 'ρθεί, το βράδυ, η εφημερίδα,
για να διαβάσουν άπληστα το μυθιστόρημά της
και μάθουν τί απόγινε η όμορφη ηρωίδα;

Που ανταλλάσουν καρτ-ποστάλ -«ιδίως τοπία και άνθη»-
και διατηρούν ρομαντική, κρυφά, αλληλογραφία
μ' έναν άγνωστον, που μ' άπειρα χαρίσματα τον πλάθουν
κ' εκείνος είναι ένας γραφεύς σε κάποια Δημαρχία;

Που γράφουν καλλιγραφικά - και μ' ανορθογραφίες -
«σκέψεις» μέσ' σε λευκώματα παρμένες στα βιβλία
και που με μελαγχολικά ψευδώνυμα υπογράφουν,
όπως: «Ανέραστος Ψυχή» ή «Θλιβερά καρδία»;

Εγώ τις συλλογίζουμαι τις νέες αυτές, που είναι
της Έμμας Μποβαρύ αδερφές - και πάντα καρτεράνε
το Νέο τον ρομαντικό, τον πλούσιο, τον ωραίο,
που θα τους δώσει τη λαμπρή ζωή που λαχταράνε...

Πότε θα 'ρθεί; Πότε θα 'ρθεί από το γαλανό
βασίλειο της Χίμαιρας, μ' ερωτικά ανοιγμένη
την αγκαλιά, και να τον δουν να τους χαμογελά;
Τάχα γιατί τόσο πολύ ν' αργεί; Τί περιμένει;

Δεν ξέρει πως στην πένθιμη αυτήν αναμονή
λιώνουν οι άσπρες τους ψυχές σα μάταιες λαμπάδες;
Και δεν φοβάται, σα θα 'ρθεί μια μέρα, να μη βρει
σβηστό το φως και - αλίμονο- νεκρές τις Εστιάδες;

Πότε θα 'ρθεί; Κατάμονες και θλιβερές στο σπίτι
- στου φθινοπώρου τα χλωμά και κρύα δειλινά -
οι νέες των επαρχιών κοιτάν στηλά το δρόμο
κι αναστενάζουνε, γιατί κανένας δεν περνά...

Κώστας Ουράνης

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2010

Σ' αγαπώ με της άνοιξης τ' αηδόνια, με τα ξερά τα φύλλα που χρυσάφι στρώνουν ταπί στ' Άγιου Aντρεός το μήνα. Σ' αγαπώ με της θλίψης τα τρηδόνια και με της αναγάλλιασης τα κρίνα.


Tο Διαμαντένιο του Όρθρου μου…

Tο διαμαντένιο του όρθρου μου πετράδι!
―Σ' αγαπώ με το πάθος που δεν ξέρει
παρά εσένα ουρανό κ' εσένανε άδη,
με το πάθος τυφλό του σφιχτοχέρη.
Σ' αγαπώ με τον ήλιο, με το αστέρι
που ολογλυκαίνει το πικρό αχνό βράδι,
και με του Γεναριού το καλοκαίρι,
μ' εσάς της μυγδαλιάς ολόανθοι κλάδοι.
Σ' αγαπώ με της άνοιξης τ' αηδόνια,
με τα ξερά τα φύλλα που χρυσάφι
στρώνουν ταπί στ' Άγιου Aντρεός το μήνα.
Σ' αγαπώ με της θλίψης τα τρηδόνια
και με της αναγάλλιασης τα κρίνα.
M' όσα οι κούνιες κρατάν και μ' όσα οι τάφοι.

Κωστής Παλαμάς
(από το K' έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, Eρμής 2001)

Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2010

Το πράσινο παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος, περικλεισμένος από ανώφελα άστρα, μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ' τα ωχρά χωράφια τής φθινοπωρινής ερήμωσης...


[Από τη σειρά Τέταρτη διάσταση (1972)]


Γιάννης Ρίτσος, Χειμερινή διαύγεια (απόσπασμα)

Ατέλειωτα κυριακάτικα πρωινά με μια παγερή χειμωνιάτικη λιακάδα
λίγες παιδιάτικες φωνές σταματημένες στον καρόδρομο
κ' η επαρχία ασβεστωμένη φέγγοντας μες στο κενό, μες στην ασφυκτική διαφάνεια

Το σπίτι τού συμβολαιογράφου με τα μεγάλα του παράθυρα
τα καθαρά του τζάμια, όλο ανοιγμένο προς τα έξω,
μην έχοντας να κρατήσει τίποτα δικό του,
ολόκληρο κερδισμένο απ' το χειμώνα,
με τα ντουλάπια του, τις κρεμάστρες του, την κουζίνα του,
με το μεγάλο μπρούντζινο μαγκάλι τής τραπεζαρίας -
κ' οι μανταρινόφλουδες να σιγοκαίνε στο μαγκάλι θυμιατίζοντας
παλιές εικόνες, παλιούς καιρούς, που χάσανε τη δύναμή τους και το χρώμα τους
και λίγο - λίγο χάσανε το νόημά τους
κι αργότερα τον πόνο και το βάρος τους
κι αργότερα τη νοσταλγία τους -

Υπήρξαν; Δεν υπήρξαν; Πότε; Πού; Γιατί;
Και τι να τα κρατήσεις; Τι να τα κάνεις;
Τι να τον κάνεις το χρόνο; Να διατηρήσεις τι;

Έγνοιες για τα χαλιά, για τις κουβέρτες, για τα μάλλινα ρούχα -
χρόνια και χρόνια, κάθε χρόνο, στο έμπα τής άνοιξης,
να τα μαζεύεις, να τα τινάζεις, να τα βουρτσίζεις,
να τα καταχωνιάζεις στα μπαούλα, στις ντουλάπες, στρώμα - στρώμα με παλιές εφημερίδες,
σα να θάβεις κάτι αγαπημένο για να το διαφυλάξεις
κ' είναι μια λύπη να το θάβεις - μα τι να γίνει;
Ύστερα είναι το φως τής άνοιξης και το πράσινο της άνοιξης,
ύστερα το φως τού καλοκαιριού κ' η θάλασσα του καλοκαιριού,
ύστερα μήτε άνοιξη μήτε καλοκαίρι μήτε πράσινο μήτε θάλασσα,
μονάχα το φως κ' οι χειρονομίες του μες στο άπειρο,
το κάτασπρο φως που όλα τα καίει, τα πνίγει, τ' αφανίζει,
παλιά και νέα και αυριανά, βουνά, δέντρα και μάρμαρα,
δόξες κ' αισθήματα και γεγονότα κι αποφάσεις.

Τότε και συ ξεχνούσες λύπη, τύψη, σχέδια και μετάνοια - ξανάρχιζες
τα ίδια σφάλματα, τα ίδια φιλιά, την ίδια γύμνια έτσι καλά ντυμένη,
ώσπου να ‘ρθουν οι πρώτες υγρασίες,
τα πρώτα μεγάλα μετανιωμένα αστέρια,
η σιωπηλή, όλο θάμβος, λεηλασία τού φθινοπώρου.

Κ' έφτανε αργή κι αθόρυβη, κι όχι θλιμμένη, η άλλη μέθη, της περισυλλογής,
να συγκεντρώνεις τα διασκορπισμένα, να εκβιάζεις
ένα κέρδος μαγικό απ' τ' απωλεσμένα - κι όχι να εκβιάζεις
μονάχα τους προσφέρονταν διπλά και τρίδιπλα,
κήποι και γέλια κοριτσιών ανάμεσα στις ακακίες πού ήταν κάποτε
εχθρικά ή αδιάφορα ανθισμένες
κ' ήταν πάλι ανθισμένες - ολόκληρες λευκές στρατιές, σύμμαχες τώρα, στο αραιό σκοτάδι.

Το πράσινο παγκάκι, όπου κάθισες μια νύχτα ολομόναχος, περικλεισμένος από ανώφελα άστρα,
μετακόμιζε μόνο του τώρα μες απ' τα ωχρά χωράφια τής φθινοπωρινής ερήμωσης
φτάνοντας ως την πόρτα σου σαν αμαξάκι εξοχικό μέσα του
κάθονταν τώρα δυο, - μπορείς να πεις κ' ευτυχισμένοι,
γιατί με το να δεις και να παραδεχτείς εκείνα πού δεν είχες και δε θα 'χεις
είναι σχεδόν σα να τα 'χεις, - τα 'χεις σίγουρα. Έτσι λέγαμε, κ' ίσως με ειλικρίνεια.

...

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Στ' Τόμος] (1978)

Πηγή: translatum.gr

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010

Tantas cosas-Ismael Serrano...Si te vas, los árboles del parque seguirán creciendo, pasará este otoño.





Τantas cosas-Ιsmael Serrano

Si te vas, los árboles del parque
seguirán creciendo, pasará este otoño.
Se unirán dos nuevas soledades,
se dirán mentiras, seguiremos locos.
En el Metro sonreirás dormida camino de clase
y yo como siempre quizás llegué tarde.
Seguiré cerrando bares y recuerdos.
No aprenderé nunca a retirarme a tiempo.
Dormiré en la calle, besaré otros fuegos.

La ciudad en tu ausencia seguirá creciendo,
devorando vidas, haciéndolas humo.
Otros cumplirán los planes que trazamos,
que no terminamos, haciéndolos suyos.
Seguirás llorando en algunos cines,
olvidando todo aquello que aprendiste.
Nacerán mil niños y nuevas canciones,
y quizás alguno, quizás, lleve tu nombre.
Nuevos simulacros, nuevas confesiones.

Si te vas, los árboles del parque
seguirán muriendo y también mi fe.
Seguiré olvidándome las llaves
al salir de casa, y quizá en tu piel
haya quien esconda allí su cansancio,
todos sus temores, o quizás sus labios.
Tantas, tantas cosas seguirán pasando,
que quizás las cosas no nos cambien tanto.

Tantas, tantas cosas.

Pero si te vas, estos días serán
esa sucia y vacía franja de playa
que queda cuando tú te has ido,
cuando el mar se aleja y la marea baja.
Yo estaré cansado y quizás más viejo,
maldiciendo estos días muertos.
Tantas, tantas cosas seguirán pasando,
que quizás las cosas no nos cambien tanto.

Tantas, tantas cosas.

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2010

Αυτός ο όμορφος φθινοπωριάτικος καιρός πόσο πάει βαθιά μες στα κόκκαλα...

Για να μην φοβόμαστε τον τάφο

Αυτός ο όμορφος φθινοπωριάτικος καιρός
πόσο πάει βαθιά μες στα κόκκαλα.
Η συγκρατημένη του διαύγεια, η ευγενική του
μελαγχολία λες και είναι φτιαγμένες
γι’ αυτό το περιφρονημένο μέρος του κορμιού μας
που μόνο όταν είμαστε γέροι κάνει την παρουσία του
αισθητή σαν μια μακρινή υπενθύμιση του τάφου.
Κι όπως το φθινόπωρο είναι ο τάφος,
όχι μόνο του καλοκαιριού αλλά ολόκληρης
της χρονιάς, το λίκνο του μούστου,
ο θρίαμβος των πρώτων πουλόβερ,
έτσι κι αυτό που ονομάζουμε ρευματισμούς,
πόνους στα κόκκαλα, δεν έχουν τίποτα
απ’ την στυγνότητα των συναισθημάτων της νιότης.

Δεν θέλω να κλάψω τώρα που ήρθε το φθινόπωρο
δεν θέλω να δω στα ρείθρα αυτό το νερό
των πόλεων, αυτό το νερό το τόσο θολό
απ’ τους στροβίλους της ανικανοποίησης.
Μόνο να, θέλω αυτός ο όμορφος φθινοπωριάτικος
καιρός να δώσει στα κόκκαλά μας
που μόνο το φιλί του τάφου θα αισθανθούν
να νοιώσουν κάτι απ’ το ρίγος
και την θαλπωρή της θνητής μας σάρκας

Χάρης Μεγαλυνός
Το μήλον της έριδος (Οδός Πανός)


Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2009

Κόσμοι ολόκληροι ζωύφια ταξιδεύουν με πιρόγες τα κελύφια. Κρύα ανατριχίλα στα νερά. Σαν πεταλουδιώνε σμάρι τώρα ο σίφουνας θα πάρει απ΄ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά.



ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Ώρα δειλινού,
του φθινοπώρου τα νέφη στίβουν το φουστάνι να στεγνώσει τ΄ ουρανού
και στου απόβροχου τη σκόλη
βγαίνουν για σεργιάνι οι σαλίγκαροι όλοι
κάτω απ΄ το ξεθωριασμένο παρασόλι
του ήλιου. Τώρα, η λάμια
η γη λιάζει τα βρεγμένα της τα χράμια
με των κάμπων τα πλουμίδια
κι από τα χορτάρια
κι από τα ψηλά γρασίδια
οι σταλαγματιές γλιστρούνε χάντρες
και μαργαριτάρια
από ουράνια δαχτυλίδια.
Τις μαζώνουν οι νεράιδες οι ανυφάντρες
μες στα υπόγεια τους σεράγια και στ΄ ανήλια
πολυέλαιους κι αργυρά καντήλια
σε πλεμάτια κρυσταλλένιες μπάλες-
μάγισσα γριά κι η αράχνη τις κρεμάει μες στις κουφάλες.
Και λογής λογής
ένα ένα όλα τα ζούδια
ξεφαντώνουν απ΄τη γης
κι από μέσα από τα φλούδια.
Κι ένας μέρμηγκας σκαλώνει σ΄ ένα αγκάθι φουντωτό
ν΄αγναντέψει όλο τον κόσμο από τέτοιο λιακωτό.
Να, το αυλάκι κάνει χάζι
το άχυρο – σχεδία που αράζει
και το δρασκελούν βαθράκοι.
Κόσμοι ολόκληροι ζωύφια
ταξιδεύουν με πιρόγες τα κελύφια.
Κρύα ανατριχίλα στα νερά.
Σαν πεταλουδιώνε σμάρι
τώρα ο σίφουνας θα πάρει
απ΄ τα δέντρα όλα τα φύλλα τα ξερά.
Στα καλάμια τη φλογέρα του φυσάει
κι όπως πάει, πάει, πάει
ο άνεμος -τσοπάνος- σαλαγάει
σ΄άλλα πια λημέρια
σ΄άλλο τώρα χειμαδιό τα καλοκαίρια.

Μελισσάνθη

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Luis García Montero: Ο ιππότης του Φθινοπώρου... Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται, αν και φτάνει σε μας σαν ανέλπιστη αποκάλυψη ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.



Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Εμφανίστηκε ένα βραδάκι
καθισμένος στον κήπο που προστάτευε
τις κίτρινες ώρες,
το φιλί των ζευγαριών και τις πηγές
στου μπαλκονιού τα πόδια.

Ο ιππότης του φθινοπώρου
ήταν εκεί. Υπήρξε πριν
η μοναξιά συναντήσει τ' όνομά του.
Ντυνόταν λοιπόν με τ' άθλια ρούχα του
για να παρατηρεί το δρόμο και να νοιάζεται τα πλοία,
χαμένος στη σιωπή της μεσημεριανής σιέστας.

Όταν κατέβηκα απ' τον κόσμο μου
στις υψηλές συσκέψεις των αρχηγών του στόλου,
των ιερέων ή των σοφών,
και αισθάνθηκα πιο μόνος,
ήταν εκεί μαζί μου,
περιμένοντας στην πόρτα,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Όταν είχα έναν έρωτα,
απελπισμένο και γλυκό όπως κάθε έρωτας,
κι έτρεχα στους δρόμους
στα χαράματα της επιστροφής,
δυστυχισμένος κι ευτυχισμένος όπως οποιοσδήποτε ερωτευμένος,
στην είσοδο των αμφιβολιών μου ή στην έξοδο απ' το ξενοδοχείο,
ήταν εκεί μαζί μου,
ο ιππότης του φθινοπώρου.

Η μοναξιά μαθαίνεται και κατακτιέται,
αν και φτάνει σε μας
σαν ανέλπιστη αποκάλυψη
ενός απογεύματος που παίζει με τη βροχή.

Πάντα ήταν μαζί μου,
ο ιππότης,
το στολίδι της ζωής μου,
το λουλούδι του χρόνου.

Luis García Montero
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη