Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2009

Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω πως στη ψυχή μου μέσα τρέχει εγώ δεν έχω άλλο πόθο απ' το να 'ρθεις τώρα που βρέχει....



Η βροχή - Οπισθοδρομική Κομπανία

Κοιτάζω τη βροχή και κλαίω
και τάζω στο Θεό για να 'ρθεις
μεγάλα λόγια εγώ δε λέω
αλλά φοβάμαι μη μου πάθεις.

Κοιτάζω τη βροχή, βροχή μου
ίδια τα μάτια σου καλή μου
κι όπως κυλά στα πεζοδρόμια
γυρνάει ο νους σε ονειροδρόμια.

Κοιτάζω τη βροχή και νιώθω
πως στη ψυχή μου μέσα τρέχει
εγώ δεν έχω άλλο πόθο
απ'το να 'ρθεις τώρα που βρέχει.


Κοιτάζω τη βροχή, βροχή μου
ίδια τα μάτια σου καλή μου
κι όπως κυλά στα πεζοδρόμια
γυρνάει ο νους σε ονειροδρόμια.

Στίχοι: Βαγγέλης Κωνσταντινίδης
Μουσική: Θοδωρής Παπαδόπουλος

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2009

Τα καμένα χαϊκού: Φθινοπωρινή βροχή, ρέκβιεμ στα δάση, μαύρη Αττική.


Egon Schiele (1890-1918)
Autumn Sun, 1914
Oil on canvas, 100 x 120.5 cm
Private Collection, Courtesy Eykyn Maclean, LLC

Βρέχεις Θεέ μου,
στα καμένα βουνά μας,
η φύση θρηνεί.

***

Πέφτεις βροχή μου,
πλύνε τις στάχτες και τη
μαύρη μας ψυχή.

***

Βουνά καμένα
Πεντέλη και Πάρνηθα
τόπος κρανίου.

***

Φωτιές στα δάση
κόλαση οι φλόγες και
στάχτη η ψυχή.

***

Γύρω καμένα
στη μέση μια βίλα με
θέα στις στάχτες.

***

Τα αυθαίρετα
σπίτια σαν μανιτάρια
φυτρώνουν παντού.

***

Φθινοπωρινή
βροχή, ρέκβιεμ στα δάση
μαύρη Αττική.


Φωτό: Renato Srepel

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2009

Χρυσό το δάσος άφησε άφωνο και το φθινόπωρο...


Ilya Ostroukov, Golden Autumn

Βροχή στο χώμα,
σπουργίτης στο τζάμι σου,
σ' αναζητάω.

***

Ξαφνική βροχή
τα φύλλα ξεράθηκαν
υγρά τα μάτια.

***

Φτωχός σπουργίτης
στο παράθυρο, ζητώ
την αγάπη σου.

***

Χρυσό το δάσος
άφησε άφωνο και
το φθινόπωρο

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ...


Η μέρα που έζησα

Γυμνό το δέντρο που πριν είχα ντύσει
την αλλαγή εποχής έχω αρχίσει
έχω κυλήσει στου δρόμου την άκρη
πάνω μου στάζει του σύννεφου δάκρυ
ένα αεράκι με παίρνει απ' το χέρι
κι εγώ αφήνομαι να δω άλλα μέρη
σ' ένα παγκάκι μία εφημερίδα
πατάω πάνω κι αλλάζω σελίδα
το φαναράκι που πάντα με κοίταζε
όταν το άγγιξα έσβησε, νύσταζε
του ήλιου η άκρη αρχίζει να φαίνεται
κι αλήτης σκύλος με διώχνει, σιχαίνεται
σε καγκελάκι με θέα περπάτησα
σαν αστρονάυτης ανάλαφρα πάτησα
θαλασσινή μυρωδιά με προσπέρασε
και λίγους κόκκους απ' άμμο με κέρασε
φεύγω ψηλά, διασχίζω σοκάκια
σαν μέσα σε όνειρο με χάρτη πλακάκια
σιγά σιγά κατεβαίνω γυρίζοντας
ο αέρας έφυγε μόνος, σφυρίζοντας
σ' ένα παλτό απαλά ακουμπάω
παραπατάει, το νιώθω, γελάω
τραγούδι ακούγεται και μοιάζει αγάπης
στην αγκαλιά τους είμαι λαθρεπιβάτης
γλιστράω, πέφτω, στη γόβα της στέκομαι
και σταματάει, φοβάμαι, προσεύχομαι
τα δάχτυλα της ψηλά με σηκώνουν
και με χαρίζει καθώς με στριμώχνουν
η κίνησή της μου δίνει αξία
νιώθω στολίδι σε ξένη αταξία
έγινα ενθύμιο της νύχτας που πέρασε
κι έμεινα μέσα σε σπίτι που γέρασε
για να θυμίζω για πάντα τί άρχιζε
τη μόνη μέρα που έζησα, κι άξιζε.

Καλόγερος

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα· κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα, όλο μου το αίμα ήταν βοή! K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι


Το Πρωτοβρόχι

Σκυμμένοι από το παραθύρι...
Kαι του προσώπου μας οι γύροι
η ίδια μας ήτανε ψυχή.
H συννεφιά, χλωμή σα θειάφι,
θάμπωνε αμπέλι και χωράφι·
ο αγέρας μέσ' από τα δέντρα
με κρύφια βούιζε ταραχή·
η χελιδόνα, με τα στήθη,
γοργή, στη χλόη μπρος-πίσω εχύθη·
κι άξαφνα βρόντησε, και λύθη
κρουνός, χορεύοντα η βροχή!
H σκόνη πήρ' ανάερο δρόμο...
K' εμείς, στων ρουθουνιών τον τρόμο,
στη χωματίλα τη βαριά
τα χείλα ανοίξαμε, σα βρύση
τα σπλάχνα νά μπει να ποτίσει
(όλη είχεν η βροχή ραντίσει
τη διψασμένη μας θωριά,
σαν την ελιά και σαν το φλόμο).
κι ο ένας στ' αλλουνού τον ώμο
ρωτάαμε: "T' είναι πόχει σκίσει
τον αέρα μύρο, όμοιο μελίσσι;
Aπ' τον πευκιά το κουκουνάρι,
ο βάρσαμος ή το θυμάρι,
η αφάνα ή η αλυγαριά;"
Kι άχνισα - τόσα ήταν τα μύρα -
άχνισα κ' έγινα όμοια λύρα,
που χάιδευ' η άσωτη πνοή...
Mου γιόμισ' ο ουρανίσκος γλύκα·
κι ως τη ματιά σου ξαναβρήκα,
όλο μου το αίμα ήταν βοή!...
K' έσκυψ' απάνω από τ' αμπέλι
που εσειόνταν σύφυλλο, το μέλι
και τ' άνθι ακέριο να του πιω·
- βαριά τσαμπιά και οι λογισμοί μου,
βάτοι βαθιοί οι ανασασμοί μου -
κι όπως ανάσαινα, απ' τα μύρα
δε μπόρεια να διαλέξω ποιο!
Mα όλα τα μάζεψα, τα πήρα,
και τά 'πια, ωσάν από τη μοίρα
λύπη απροσδόκητη ή χαρά.
Tά 'πια· κι ως σ' άγγιξα τη ζώνη,
το αίμα μου γίνηκεν αηδόνι,
κι ως τα πολύτρεχα νερά!...

Άγγελος Σικελιανός
(από τον Λυρικό Bίο, Β΄, Ίκαρος 1968)

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Joan Margarit : σ' αυτόν τον ξερό κήπο ενός φθινοπώρου με τα φαντάσματα των ρόδων. Ο κήπος της νιότης μου: η αυλή του φόβου.


Foto: vineyards, flickr

Τρεις γυναίκες

Αυτή τη φωτογραφία τη βγάλαμε
τρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.
Είναι στον κήπο, στην πραγματικότητα στην αυλή
την παραμελημένη, στο πίσω μέρος του σπιτιού.
Κανείς απ' όσους είμαστε δεν χαμογελά.
Ο φόβος διαποτίζει τα ρούχα μας
φθαρμένα και μπαλωμένα πολλές φορές,
ακριβώς όπως και οι οικογένειες.
Κοιτάμε την κάμερα: η μητέρα μου
με τα μαλλιά της χτενισμένα κότσο σαν σε ταινία
της κατεχόμενης Γαλλίας, και η γιαγιά μου
να κουνάει ένα μαντίλι στα χέρια της
σ' έναν γιο, που ακόμα βρίσκεται στη φυλακή.
Την άλλη γυναίκα σχεδόν δεν τη θυμάμαι:
μία θεία μου, αδύνατη από τα βάσανα,
που πέθανε από καρδιά μετά από μερικούς μήνες.
Ανάμεσα στις τρεις, σε ποδήλατο, σοβαρός
σαν ένας ενήλικος, τεσσάρων χρόνων.
Πόσο λίγα μένουν πια
φυλαγμένα στο καλύβι της μνήμης,
που βλέπει σ' αυτόν τον ξερό κήπο ενός φθινοπώρου
με τα φαντάσματα των ρόδων.
Ο κήπος της νιότης μου: η αυλή του φόβου.

Joan Margarit
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Gastón Baquero: Εκεί στο μακρινό καμπαναριό του Βυζαντίου κυμάτιζε το φλάμπουρο περιστοιχισμένο χελιδόνια.


Ilya Repin: Bridge Abramtsevo

Εξομολόγηση ενός έφορα του Βυζαντίου*

Το φθινόπωρο του επτακόσια
Εξασφάλισα για τη θεία μου Ευφροσύνη Μιτικλός
έναν τίτλο αυλικής.
Γιατί εκείνη την εποχή της παρακμής
Μόνο οι γυναίκες του παλατιού έχαιραν υπόληψης
στο Βυζάντιο.

Μόλις της αποδόθηκε η τιμή, ζήτησα ως αντάλλαγμα,
Υφάσματα από κόκκινο βελούδο φερμένα από το Τουρκεστάν,
φάλαρα διαμαντένια για την αγαπημένη μου φοράδα,
άνθη ξεραμένα δύο αιώνες πριν, κιλίμια από το Βόσπορο,
κηροπήγια αγορασμένα αντί σικάλεως στη Βασόρα:
όλα όσα θα ομόρφαιναν το σπιτικό μου
για να δεχθώ ευπρεπώς σ’ αυτό την Ευφροσύνη Μιτικλός.

Όλα μου τα αρνήθηκε το άσπλαχνο αρπακτικό.
Ενώπιον του Μέγα Βασιλέα με κατηγόρησε για μισθαρνία, χρηματισμό,
και σκαιότητα προς τους αγαπημένους γάτους του Αυτοκράτορα.
Πεσμένη κατάχαμα στο σχήμα του σταυρού ορκίστηκε ότι είχα δηλητηριάσει
τη γάτα που κοιμότανε πλάι στο στήθος του Κωνσταντίνου·
με αφάνισε, με έριξε στον όχλο, ξεπλήρωσε με χολή
όλη μου την αβρότητα για δαύτη.

Και καταδικάστηκα
να αιωρούμαι από το λαιμό στο πιο ψηλό καμπαναριό
της μητρόπολης του Βυζαντίου. Θηλιά του απαγχονισμού έγινε
το μακρύ βελούδο ύφασμα φερμένο από το Τουρκεστάν: κι εκεί ψηλά έμεινα,
κυματίζοντας στα σύννεφα σαν λάβαρο της μάχης·
τα παιδιά, στην πλατεία, ζητωκραύγαζαν θαρρώντας με, κόκκινο χαρταετό
που κάποιος ύψωσε για να διασκεδάσουν. Χειροκροτούσαν αδιάκοπα,
και έτσι γνώρισα, βουτηγμένος στη ταπείνωση, μια κατά λάθος ευχάριστη
αποθέωση. Έφυγα από τον κόσμο εν μέσω επευφημιών, και η Ευφροσύνη Μιτικλός
απόμεινε οριστικά ηττημένη. Εκεί στο μακρινό καμπαναριό του Βυζαντίου
κυμάτιζε το φλάμπουρο περιστοιχισμένο χελιδόνια.

Κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν είχα έναν θάνατο ωραίο.

* Τραγική οβερτούρα, Μπραμς

Gastón Baquero, 1968
Μετ. Ελένη Χαρατσή
Εκδόσεις: μικρή άρκτος

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;


(ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ, ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ...)

Τί να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το μέτωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,

είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...

Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα, οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Κώστας Καρυωτάκης, 1927

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

Juan Ramón Jiménez: Σε μια αποσύνθεση της ομορφιάς, η ζωή γυμνώνεται, και ακτινοβολεί η μεγαλοπρέπεια της θείας αλήθειας της.


Φθινόπωρο

Σκορπά ο Οκτώβρης, στη χαλαρή κίνηση
του νοτιά, τα χρυσαφιά και τα κόκκινα φύλλα,
και, η σαφής πτώση των φύλλων,
σηκώνεται στο άπειρο της σκέψης.

Τί γλυκιά γαλήνη σ' αυτή την απόσταση
απ' όλα· Ω λιβάδι όμορφο που μαδάς
τα λουλούδια σου· ω νερό κρύο πια, που μουσκεύεις
με το τρεμάμενο κρύσταλλό σου τον άνεμο!

Ξόρκι χρυσό! Φυλακή καθαρή
στην οποία το κορμί, καμωμένο ψυχή, συγκινείται,
ριγμένο στο πράσινο ενός λόφου!

Σε μια αποσύνθεση της ομορφιάς,
η ζωή γυμνώνεται, και ακτινοβολεί
η μεγαλοπρέπεια της θείας αλήθειας της.

Juan Ramón Jiménez
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

Ας εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο πριν το μέλλον καταψυχθεί και δεν υπάρχει χώρος για την ομορφιά γιατί το μέλλον, μας επιστρέφεται παγωμένο


Φθινόπωρο

Ας εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο
πριν ο χειμώνας μας μπαζώσει
ας μπούμε με αγκωνιές στα κρόσσια του ήλιου
κι ας θαυμάσουμε τα πουλιά που μεταναστεύουν

Τώρα που ζεσταίνει την καρδιά
αν και πότε πότε και λίγο λίγο
ας σκεφτούμε κι ας αισθανθούμε ακόμα
με την παλιά τρυφερότητα που μας μένει

Ας εκμεταλλευθούμε το φθινόπωρο
πριν το μέλλον καταψυχθεί
και δεν υπάρχει χώρος για την ομορφιά
γιατί το μέλλον, μας επιστρέφεται παγωμένο

Mario Benedetti
Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

Από την ποιητική συλλογή "Αϋπνία και υπνάκος" του Mario Benedetti.