Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2008

Κ' η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει χρυσή, μετάξινη, απ' τα βάθη της σιωπής' έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθής

Φωτό: Μanifesto


Φθινοπωρινή νύχτα

Είν' έτσι ωραία απόψε η δύση
των δέντρων, καθώς πορφυρώνει, το χρυσό,
που λες η μέρα πριν να σβύσει
το θάνατό της κάνει επίσημο κι' αργό.

Το σούρουπο στα ρόδα πάνω
είν' έτσι διάφανο, ήσυχο, απαλό,
που δεν εκλείσαν όλα και το χέρι βάνω
και κόφτω ένα για σένα ρόδο αχνό.

Έτσι τα φύλλα σιγανά θροούνε
τώνα με τ' άλλο ή όλα μαζύ,
όπου δεν ξέρω αν τα χείλη σου γελούνε
ή αν το δάσος τρέμει στη σιγή.

Το ποταμάκι στο λειβάδι τρέχει
έτσι γλυκά - γλυκά που λες
των καλαμιών τα γαλαζόφυλλα πως βρέχει
ή πως εσύ από αγάπη κλαις.

Κ' η νύχτα σκοτεινή, να! κατεβαίνει
χρυσή, μετάξινη, απ' τα βάθη της σιωπής'
κι' έτσι ακόμα το φθινόπωρο ζεσταίνει
που θα μπορούσες και γυμνή να κοιμηθής.

Ένα ποίημα του Henri de Renie σε μετάφραση Γιώργου Σημηριώτη - (τεύχος 3, Δεκ. 1936, του 15/θήμερου περιοδικού "Γαλλική Ανθολογία")

Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008

Χωρίς τσοπάνο τα βουνά Χωρίς ζευγά οι κάμποι Κι ο ήλιος μες στα σύννεφα Σα σπαρματσέτο λάμπει.



Οι μήνες του Φθινόπωρου

Οκτώβρης και δεν έσπειρες, οκτώ κιλά δεν έκαμες.
Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη έχει οκτώ σειρές στ' αλώνι.

Νοέμβρη οργώματα κι ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
Ο Νοέμβρης έκλεισε, τα ζευγάρια είναι στον στάβλο


Οκτώβριος

Καλώς τον κυρ Οκτώβρη
Που δίνει δροσερό
Στα διψασμένα χείλη
Το γάργαρο νερό.
Καλώς τον που ανοίγει
Και πάλι τα σχολεία
Και γράμματα μαθαίνει
Τα φρόνιμα παιδιά.

Συλλογή Α. Αργυρόπουλου


Νοέμβριος

Χωρίς τσοπάνο τα βουνά
Χωρίς ζευγά οι κάμποι
Κι ο ήλιος μες στα σύννεφα
Σα σπαρματσέτο λάμπει.

Αντώνης Βώττης

Στις αρχές του φθινοπώρου μη γυρίσεις να με βρεις θα ‘χουνε αλλάξει όλα σαν τα χρώματα της γης.





Στις αρχές του φθινοπώρου

Στις αρχές του φθινοπώρου
πέσαν κάμποσες βροχές
και σκορπίσανε τα φύλλα
σαν παλιοί συμμαθητές
κι ανοιχτήκαν οι ομπρέλες
και βραχήκαν οι φωτιές
και πεθάναν καλοκαίρια
μόνα στις ακρογιαλιές.

Στις αρχές του φθινοπώρου
κάτι έχω να σου πω
πως το στέμμα ήταν ψέμα
βασιλιάς δεν είμαι εγώ
και του ρολογιού η ώρα
ήταν ψέματα κι αυτή
σου ‘πα είναι εφτά και δέκα
κι ήταν δέκα και μισή.

Στις αρχές του φθινοπώρου
θα κλειδώσω δυο ζωές
τα κειδιά τους θα πετάξω
στου μεσημεριού το χτες
στις αρχές του φθινοπώρου
μη γυρίσεις να με βρεις
θα ‘χουνε αλλάξει όλα
σαν τα χρώματα της γης.


Ελευθερία Αρβανιτάκη
Μουσική Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι Λάκης Λαζόπουλος

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό και συννεφιασμένο, θα 'ρθω να σε βρω, δε θα περιμένω...



ΑΣΕ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει
τ’ άνθη τα στερνά
μια ζωή πεθαίνει
μια ζωή περνά -
τάχα σε προσμένει
μια άνοιξη ξανά;
Άσε το φθινόπωρο
γύρω σου ν’ απλώσει
μια στερνή ευωδιά
μια φωνή σωπαίνει,
μια χαρά χαμένη
μέσα στην καρδιά -
τα στερνά τα φύλλα
παίρνει το φθινόπωρο
γύρω απ’ τα κλαδιά.


ΚΙ ΟΤΑΝ

Κι όταν φτάσει η άνοιξη
κι έρθουν τα πουλιά
και γυρίσουν τ' άνθη,
σαν έναν καιρό θα σε περιμένω.
Κι όταν έρθει πάλι και το καλοκαίρι
με το μαϊστράλι,
σαν έναν καιρό θα σε περιμένω.
Μα όταν το φθινόπωρο ξαναφτάσει υγρό
και συννεφιασμένο,
θάρθω να σε βρω,
δε θα περιμένω.


Kωνσταντίνος Χατζόπουλος

Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.


Μια φίλη

To τραγούδι εδώ

Ξεβάφεται σαν ίσκιος στον καθρέφτη
πριν κοιμηθεί ξημέρωμα θαμπό
Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.

Τριάντα επτά,σε γλέντι γενεθλίων
της είχαν πει πως θα 'τανε κι αυτός
οι μέρες της κεράκια των αθλίων
κι η νύχτα σβήνει μέσα της το φως.

Μια μουσική τα πάθη της μαζεύει
σαν τη βροχή σε γάμο μυστικό
μια νάρκη που τα μέλη της κηδεύει
αφίλητα στον άδειο ουρανό.

Τριάντα επτά, σε γλέντι γενεθλίων
της είχαν πει πως θα 'τανε κι αυτός
οι μέρες της κεράκια των αθλίων
κι η νύχτα σβήνει μέσα της το φως.

Ξεβάφεται σαν ίσκιος στον καθρέφτη
πριν κοιμηθεί ξημέρωμα θαμπό
Φθινόπωρο στου Στρέφη κι όλο πέφτει
βροχούλα,της ψυχής καλλυντικό.

Διονύσης Καψάλης

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει· τα παλιολούλουδα σαπίζουνε στους κήπους...


ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΟΝΕΤΤΟ ΑΣΥΝΕΤΟ

Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει·
δειλοί οι αρχάγγελοι ταράζονται στον ύπνο.
Όπου κι αν πας, η τύχη –οχιά– θα σε δαγκώνει·
θα φαρμακώνει εκεί τον νηστικό σου δείπνο.
__________Όπου κι αν πας, φθινοπωριάζει και νυχτώνει·
__________τα παλιολούλουδα σαπίζουνε στους κήπους.
__________Στημένη σού ’χει ο Αποπάνω την αγχόνη:
__________σε τρίστρατο μοιραίο θα στεφείς Οιδίπους.

Όπου κι αν πάς, πας, – μα τέλος πια δεν θά ’βρεις.
Στης άβυσσος τους μύχιους ίσκιους θ’ απαγκιάσεις
Τα λαύρα ονείρατα της ζήσης σου της μαύρης.
_________Το κύμα του παραδαρμού και της θαλάσσης
_________με ρίμες άρρυθμες σε τράκλειον κυκεώνα,
_________αν θαν το πιείς, θέλει λουστείς τ’ αγιάζι του αιώνα.

Γιώργος Κεντρωτής

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι


Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μέσα σ' έπιπλα ξένα και σε σκόρπια βιβλία,
θα με βρουν στο κρεβάτι μου, θε να 'ρθει ο αστυνόμος,
θα με θάψουν σαν άνθρωπο που δεν είχε ιστορία.

Απ' τους φίλους που παίζαμε πότε πότε χαρτιά,
θα ρωτήσει κανένας τους έτσι απλά: «Τον Ουράνη
μην τον είδε κανείς; Έχει μέρες που χάθηκε...».
Θ' απαντήσει άλλος παίζοντας: «Μ' αυτός έχει πεθάνει!».

Μια στιγμή θ' απομείνουνε τα χαρτιά τους κρατώντας,
θα κουνήσουν περίλυπα και σιγά το κεφάλι
θε να πουν: «Τι 'ναι ο άνθρωπος! Χθες ακόμα εζούσε...»
και βουβοί στο παιχνίδι τους θα βαλθούνε και πάλι.

Κάποιος θα 'ναι συνάδελφος στα «ψιλά» που θα γράψη
πως «προώρως απέθανεν ο Ουράνης στην ξένην,
νέος γνωστός εις τους κύκλους μας, κάποτε είχε εκδώσει
μια συλλογή ποιήματα πολλά υποσχομένην».

Κι αυτή θα 'ναι η μόνη του θανάτου μου μνεία.
Στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονιοί μου
και θα κάνουν μνημόσυνο με περίσσιους παπάδες,
όπου θα' ναι όλοι οι φίλοι μου - κι ίσως ίσως οι οχτροί μου.

Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
σε μια κάμαρα ξένη, στο πολύβοο Παρίσι
και μια Καίτη, θαρρώντας πως την ξέχασα γι' άλλην,
θα μου γράψει ένα γράμμα - και νεκρό θα με βρίσει...

Κώστας Ουράνης

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2008

ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια «ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»


Σκόρπια φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποιά οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α' Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενιτιά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατιά
φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, 1958
Από τη συλλογή Ανακομιδή, 1961
Πηγή ποιήματος: Translatum

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Μην ξεχάσεις κλείνοντας το ποίημα


ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ


Η αρχή να γίνει με τους τρεις λιποτάχτες στρατιώτες της νύχτας
του Σεπτέμβρη
Ημίγυμνοι κάτω από ένα ξερό κίτρινο φεγγάρι
Καπνίζουν πίσω από θάμνους το τελευταίο τσιγάρο και οι τρεις
Τα πρόσωπά τους δείχνει στην πόλη η τηλεόραση και το
«καταζητούνται»
Παράλειψε σκοπίμως τα ποσά ανευρέσεως, παραδόσεως
Παράλειψε σκοπίμως την εικόνα που η μάνα του λέει
στους δημοσιογράφους κλαίγοντας «παιδιά μου, παραδοθείτε»
Μην ξεχάσεις κλείνοντας το ποίημα
Νικόλαος
Κωνσταντίνος
Ιωάννης
Τ' όνομά τους.


Γιώργος Χρονάς

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2008

Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη, σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου αγάπη...


Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΙΑ Α.

1
Τη μέρα εκείνη, με τη μπλε σεπτεμβριανή σελήνη,
σε μια μικρή δαμασκηνιά αποκάτω, δίχως λέξη
να λέμε, κράταγα στην αγκαλιά μου τη χλωμή μου
αγάπη, κι είταν όνειρο γλυκό – αχ, και να μη φέξει!
Κι απάνω μας, στον όμορφο τον ουρανό του θέρους,
καθόταν ένα σύννεφο που τό ’βλεπα ώρες και ώρες:
λευκό, κατάλευκο, τεράστιο, στον αιθέρα αλλάργα·
μα σαν επήγα να το ξαναδώ, είταν σ’ άλλες χώρες.

2
Από τη μέρα εκείνη και μετά φεγγάρια πλήθος
κολύμπησαν αμίλητα στα πέλαγα τα ουράνια.
Κοπήκαν οι δαμασκηνιές· ξυλεύτηκαν· καήκαν –
κι εσύ όλο με ρωτάς τί απέγινε ο έρωτας. Αδράνεια
του νου, σου λέω, με κωλύει να θυμηθώ, κι εν τούτοις
καταλαβαίνω, ναι, καλά τί πας να πεις. Αχ, σβήσει
πλέον έχει μέσα μου η όψη της, δεν τη θυμάμαι διόλου·
θυμάμαι, πάντως, πως την είχα τότε, ω ναι, φιλήσει.

3
Αλλά κι εκείνο το φιλί θαν τό ’χα λησμονήσει
από καιρό, αν δεν είτανε παρόν και μας θωρούσε
το συννεφάκι... τότε... που το ξέρω... το θυμάμαι:
λευκό, κατάλευκο, στον ουρανό βραδυπορούσε.
Μπορεί οι δαμασκηνιές να θάλλουν πάντοτε, ν’ ανθίζουν,
κι εκείνη η κοπελλιά ίσως νά ’χει εφτά παιδιά να θρέψει
αυτή την ώρα. Αλλά τί λίγο που άνθισε εκεί τότε
το σύννεφο! Και πόσο βιάστηκε ο αέρας να το δρέψει!


BERTOLT BRECHT

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.