Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει στο δάσος πλέον δε θα με βρεις, μα μες στου δάσους τη γαλήνη να μ'αντικρούσεις ημπορείς σαν όνειρο στιγμής, που σβήνει



Φωτό: Γητ

ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟΝ

Έρμο σε λίγο θ' απομείνει
το δάσος πλέον το μυστικό'
είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει,
θα φύγεις και το μαγικό
έρμο σε λίγο θ' απομείνει.

Εγώ σε 'κείνο μοναχός μου,
σαν πάρ' η βαρυχειμωνιά,
μακρυά από τη βουή του κόσμου,
σα φάντασμα στη σκοτεινιά,
θα 'μαι σε 'κείνο μοναχός μου.

Πέρα το κύμα θα βογγάει
και στ' ακρογιάλια θα βροντά
κι αν η φωνή μου σε ζητάει,
καμιά φωνή δε θ' απαντά,
μόνο το κύμα θα βογγάει.

Μέσα στον άνεμο το λάβρο
θα πέφτουν τα ξερά κλαδιά...
στο δάσος, μοναχός, το μαύρο
τί να την κάνω την καρδιά;
Μέσα στον άνεμο το λάβρο,

κάτου απ' τα πεύκα τ' αψηλά του,
στο δάσος το μαγευτικό,
θα σέρνετ' ερημιά θανάτου,
πένθος βαρύ και μυστικό,
κάτου απ' τα πεύκα τ' αψηλά του!

Κι όταν την άνοιξη γυρίσεις
και στ' ακρογιάλια, χαρωπή,
στο δάσος πάλι με ζητήσεις,
κάποια φωνή θε να σου πει,
όταν την άνοιξη γυρίσεις:

«-Είμ' όνειρο στιγμής που σβήνει...
στο δάσος πλέον δε θα με βρεις,
μα μες στου δάσους τη γαλήνη
να μ' αντικρούσεις ημπορείς
σαν όνειρο στιγμής, που σβήνει...»

Άγγελος Σημηριώτης

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Θα αναστατωθεί το φθινόπωρό μου ανάμεσα στα φύλλα σου,και τα δικά μου θα είναι μια απέραντη κοίτη...


Φωτό: Γητ

«Σονέτα για την κόρη μου»

Ακόμα στη σιωπή


Γεννήθηκες με μάτια γεμάτα ερωτήσεις
κι ασταμάτητα με πολιορκείς ρωτώντας.
Κι εγώ χωρίς ν' απαντώ...Κόρη. Μέχρι πότε
βουβοί εσύ κι εγώ: Δυο άγνοιες μαζί;

Μέχρι πότε θα πηγαίνουν τα βόδια στη σιωπή ζεμένα
με την αγάπη μου και την κατάπληξή σου· από μένα, τρέμοντας
κι από σένα, λίγο λίγο, στερεώνοντας
μουσική χωρίς λόγια; Ξέρω ότι στοχεύεις

με ακρίβεια τα μπουμπούκια, κόκκινων τριαντάφυλλων
που μια μέρα θα γίνουν φωνή εναντίον μου κατάστηθα
και θα πρέπει με φωνή να σου απαντήσω.

Θα αναστατωθεί το φθινόπωρό μου ανάμεσα στα φύλλα σου,
και τα δικά μου θα είναι μια απέραντη κοίτη
που το βούλιαγμα του ποδιού σου θα σημάνει το θάνατό μου.

Jose Garcia Nieto
Μετ. Γητ

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει, Ψιλή, ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει. Είναι η φύσις που θρηνεί.


Micheal Zarowsky

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΝ

Το βουρκωμένο σύννεφο τον ουρανό μαυρίζει,
Ψιλή, ψιλή αρχίνησε βροχή να ψιχαλίζει.
Είναι η φύσις που θρηνεί.

Τα δάκρυά της είν' αυτά οπού κατασταλάζουν,
Τα σύννεφα οπού βογγούν και βαριαναστενάζουν
Είν' η θλιμμένη της φωνή.

Και το ξερό εβράχηκε της ερημιάς ποτάμι'
Ακούς τί κρότο το νερό μες στα χαλίκια κάμει;
Βλέπεις τον άσπρο του αφρό;

Στες λυγαριές ανάμεσα ήσαν πουλιά κρυμμένα,
Τον κρότο μόλις άκουσαν εφύγαν τρομαγμένα,
Μ' ένα τους πέταγμ' αλαφρό.

Ιωάννης Καρασούτσας

Σώθηκε η σκόλη η αγροτική και μάταια θε να στρώσει το χρυσό πλούτος του ο νοτιάς για να την ξανανιώσει...


Micheal Zarowsky

Το φθινοπωρινό ειδύλλιο

Σώθηκε η σκόλη η αγροτική και μάταια θε να στρώσει
το χρυσό πλούτος του ο νοτιάς για να την ξανανιώσει.
Αυτό το δείλι επρόδωκε κι η επίβουλη ομορφιά του
χαρούμενη την άνοιξη στα χέρια του θανάτου.

Κι ο νους μου πάει στη σιγαλιά μες στο γυμνό ρουμάνι,
και στις καπνιές του δειλινού, που τριγυρνούν τη στάνη,
στων ουρανών την ερημιά, που ένα θαμπό φεγγάρι
φυλάει αγνή στη μοναξιά της θλίψης του τη χάρη.

Το βλέπω, ω Μοίρα, τη χιονιά, της νιότης μου τη στάχτη,
κι εσένα αντίκρυ μου, πιστή στο θλιβερό σου αδράχτι,
να σε κοιτάζω ειρηνικά, με μάτια κουρασμένα:
άλλο δε θα ΄χεις να μου πεις, μηδέ κι εγώ σε σένα.

Ε.Γ.Ιωάννου(Τέλλος Άγρας)

Το φετινό φθινόπωρο κοντεύει, με τα μηνύματά του τα βαριά...


Micheal Zarowsky


Κακό Φθινόπωρο

Το φετινό φθινόπωρο κοντεύει,
με τα μηνύματά του τα βαριά,
κάθε δέντρο το τέλος του μαντεύει,
κι ανήσυχα τεντώνει τα κλαριά.

Τα δειλινά δεν είναι παρά θλίψη,
κι αλάλητος καημός για κατιτί,
-θαρρείς κι από παντού κάτι έχει λείψει,
κι αυτό που μένει μάταια το ζητεί.

Σαν κάθε χρόνο κι ώρα με την ώρα,
βλέπω να παίρνει τέλος η χαρά:
μα εμέναν, ως κι αυτή μου η λύπη, τώρα,
δεν είναι καθώς ήταν μια φορά...

Δεν έχω πια την πρώτη μου γαλήνη,
το βήμα μου δεν είναι πια γερό:
σ' αυτό το μεταξύ, κάτι έχει γίνει,
που δε γιατρεύεται με τον καιρό...

Μες στο σκοτάδι, τώρα, που γυρίζει,
με την ανατριχίλα του βαριά,
το περιβόλι αθάνατο μυρίζει,
-κι είμαι χωρίς παρηγοριά...


Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους...


Φωτό Γητ

ΟΙ ΚΥΚΝΟΙ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Οι κύκνοι το φθινόπωρο ζητάνε τη χαρά τους,
γιατί η χαρά τους πέταξε μαζί με τ’ αγριοκαίρι·
Θα ζήσουν τάχα, να τη βρόυν, την άνοιξη; –Ποιος ξέρει,

γιατί μπορεί και να χαθούν, πριν βρούνε τη χαρά τους…

Απόψε την περίμεναν, σχεδόν όλο το βράδυ,
ώσπου στο τέλος, νύσταξαν, κοιτώντας το σκοτάδι,
κι έγειραν και κοιμήθηκαν απάνω στα φτερά τους...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Μόνος... Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο


ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ

Μόνος
Ανακάλυψα μια νέα
Μυστική γραφή
Iδια σκιά που ξετυλίγεται
Δαντελλωτή
Μες στη ραγισματιά της μέρας
Ιδεόγραμμα χαραγμένο
Με το δάχτυλο της Περσεφόνης
Υπόγεια φλέβα
Που όμως αχτινοβολεί
Σκιά πλατύφυλλη
Σωρευτική
Θεσκότεινο άνθος
Σφραγισμένο
Με τη σιωπή Μόνος
Σαν τον ναύτη που ανυψώνει το σινιάλο στο κατάρτι
Μόνος
Σαν μια σημαδούρα στο πέλαγος
Μόνος
Σαν ένα κουρέλι μέσα στη θύελλα
Μόνος
Σαν τον ανεμοδείχτη πάνω στο λόφο
Μόνος
Σαν ένα μάτι ανοιγμένο μέσα στα σύννεφα
Μόνος
Σαν ένα πουλί στην ερειπωμένη στέγη
Μόνος
Σαν τη βροχή στους έρημους δρόμους το φθινόπωρο

Τάκης Βαρβιτσιώτης

Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο, χειμώνα ελάχιστε...


Ω λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,
χειμώνα ελάχιστε,
η ζωή καταβάλλει τον οβολό
του φύλλου της ελιάς
και στη νύχτα μέσα των αφρόνων
μ’ ένα μικρό τριζόνι
κατακυρώνει πάλι το νόμιμο
του Ανέλπιστου.


Οδυσσέας Ελύτης

...και αθόρυβα φεύγει, χωρική που μυρίζει θυμάρι κι αγριλιά νοτισμένη.


ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ
του Στρατή Πασχάλη


Μπήκε στο σπίτι το φθινόπωρο
σαν μια γυναίκα που κρατά
την αναμμένη λάμπα.

(Έξω αρχίζει να βρέχει).

Απιθώνει δειλά στο τραπέζι το φως
και αθόρυβα φεύγει, χωρική
που μυρίζει θυμάρι κι αγριλιά νοτισμένη.


Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι, ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση...


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ
του Μήτσου Παπανικολάου

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει'
μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δε θα βρεθεί
για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
μα είν' η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν' αγαπάει
κάθε που κλαίει μες στη ζωή και της βροχής τις στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τ' αλύπητο ρολόι
θυμίζει τόσα πράματα που τα 'χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει 'ρθει.
Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι.
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
ως τον Απρίλη που θα ρθεί, σαν πάγος που δε σπάζει;

από την ανθολογία "Ποιητές του Μεσοπολέμου" του Σωτήρη Τριβιζά

εκδ. Καστανιώτη, 1997

Ευχαριστώ θερμά K.σ-Μ